Ἑρρῖκος Ἴψεν, «Ὁ γέρος ἀπὸ πέτρα» ἀπὸ τόν «Τάφο τοῦ πολεμιστῆ» -μτφ, ὑπ. Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος, ἐπιμέλεια Κωνσταντῖνος Μ. Μάστρακας

Ἑρρῖκος Ἴψεν:

Ὁ γέρος ἀπὸ πέτρα…

ἀπὸ τὸν Τάφο τοῦ πολεμιστῆ

μτφ, ὑπ. Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος

ἐπιμέλεια Κωνσταντῖνος Μ. Μάστρακας

 

Ὁ γέρος ἀπὸ πέτρα μὲ τὸ σκληρό του πρόσωπο..-

σὰν τὸν θεὸ τὸν Θὸρ μὲ τὸ Μιέλνιρ του

καὶ μὲ τὴ ζώνη του τῆς δύναμης.

Θόρ:  Ὁ πολεμικὸς θεὸς τοῦ κεραυνοῦ. Στὸ πρωτότυπο (Henrik Ibsen, Samlede værker, Gyldendalske Boghandels Forlag, Kjøbenhavn, 1902, τόμ. Χ, σελ. 17): Asathor = ἀρχαιοσκ. áss (=θεός) + ǷórrǷónarr (πρβλ γερμανικὸ Donner=βροντή). Ἀποκεῖ, ἡ λέξη γιὰ τὴν Πέμπτη στὶς γερμανικὲς γλῶσσες: Donnerstag (Γερμανικά), Thursday (Ἀγγλικά). Βλ. Jan de Vries, Altnordisches etymologisches WörterbuchE. J. Brill, 2 η ἔκδ., Leiden, 1977, σελ. 16, áss· ὅ.π., σελ. 618, Ƿónarr· Paul Hermann, Nordische Mythologie, Verlag von Wilhelm Engelmann, Leipzig, 1903, σελ. 258-69.

Μιέλνιρ: Τὸ θεϊκὸ σφυρὶ τοῦ Θόρ. Ἀρχαιοσκ. Mjǫllnir (=Καταστροφέας). Βλ. Jan de Vries. Altnordisches etymologisches WörterbuchE. J. Brill, 2 η ἔκδ., Leiden, 1977, σελ. 390, Mjǫllnir.

θόρ-μιέλνιρ-διορθώσεις

[Ὁ Θὸρ μὲ τὸ Μιέλνιρ. Ἰσλανδικὸ χειρόγραφο. 18ος αἰώνας.]