Δημήτρης Μαρουδάς, «Εὐλογίες»

Δημήτρης Μαρουδάς:

Εὐλογίες

(σ’ ὅσους κρατοῦν στὰ χέρια τους ἕνα παιδί)

 

Εὐλογημένοι οἱ κόποι καὶ τὰ νυχτέρια,

ὅταν βλέπῃς ν’ ἀνθίζῃ τὸ λουλοῦδι

ποὺ μὲ στάλες τῆς ψυχῆς σου πότιζες.

 

Εὐλογημένα τὰ θεϊκὰ χέρια αὐτοῦ,

ποὺ τρυφερὰ χαράζει ρότα κι ὁδηγεῖ

τὰ πρῶτα βήματα ἑνὸς ἀγγέλου.

 

Εὐλογημένα τὰ χείλη ποὺ στεγνώνουν

τὰ δάκρυα ἀπ’ τὰ μάγουλα

τοῦ πιό μικροῦ ἀστεριοῦ τοῦ γαλαξία.

 

Εὐλογημένα τὰ μάτια ποὺ ἀντικρίζουν

τὸ χαμόγελο τοῦ πρωινοῦ ξυπνήματος

τῆς πρώτης ἡλιαχτίδας μιᾶς ροδαυγῆς. 

όττο-ντιξ-νεογέννητο-διορθώσεις[Ὄττο Ντίξ. Νεογέννητο.]

Ἐτιὲν ντὲ Λα Μποεσί, Ἀπὸ τήν «Πραγματεία περὶ Ἐθελοδουλείας»

Ἐτιὲν ντὲ Λα Μποεσί:

Ἀπὸ τὴν

Πραγματεία περὶ Ἐθελοδουλείας

Ἐπίμετρο Πιὲρ Κλάστρ, μτφ Παναγιώτης Καλαμάρας

ἐκδ. Πανοπτικόν, Ἀθήνα 2002

    [] Ἕνας λαὸς σκλαβώνεται μόνος του, κόβει τὸν ἴδιο του τὸ λαιμό ὅταν, ἔχοντας ἐπιλέξει ἀνάμεσα στὸ νὰ εἶναι ὑποτελὴς καὶ στὸ νὰ εἶναι ἐλεύθερος, ἐγκαταλείπει τὶς ἐλευθερίες καὶ μπαίνει στὸ ζυγό, συναινῶντας στὴν ἴδια του τὴ δυστυχία, ἢ μᾶλλον, προφανῶς, καλωσορίζοντάς την. Ἐὰν κοστίζῃ κάτι στοὺς ἀνθρώπους ἡ ἀνάκτηση τῆς ἐλευθερίας τους, δέ θὰ τονίσω τὴν ἀνάγκη δράσης πρὸς αὐτὴ τὴν κατεύθυνση, ἂν καὶ δὲν ὑπάρχῃ τίποτα ποὺ ἕνα ἀνθρώπινο ὂν θὰ μποροῦσε ν’ ἀγαπήσῃ περισσότερο ἀπὸ τὴν ἀποκατάσταση τοῦ δικοῦ του φυσικοῦ δικαιώματος, νὰ μεταμορφωθῇ ὁ ἴδιος ἀπὸ ἕνα κτῆνος μὲ κυρτὴ πλάτη σὲ ἄνθρωπο, γιὰ νὰ τὸ ποῦμε ἔτσι. Δὲν ἀπαιτῶ ἀπ’ αὐτὸν τέτοια τόλμη· ἀφήστε τον νὰ προτιμᾶ τὴν ἀμφίβολη ἀσφάλεια τῆς ἄθλιας ζωῆς, ὅπως τὴν ἐπιθυμεῖ. Τί γίνεται τότε; Ἐάν, προκειμένου νὰ ἔχῃ τὴν ἐλευθερία δὲν χρειάζεται τίποτε περισσότερο ἀπὸ τὸν νὰ τὴν ἐπιθυμῇ, ἐὰν μόνο μιὰ ἁπλὴ πράξη τῆς θέλησης εἶναι ἀναγκαία, ὑπάρχει κανένα ἔθνος στὸν κόσμο, ποὺ νὰ θεωρῇ πὼς μία ἁπλὴ ἐπιθυμία ἔχει τόσο ὑψηλὸ τίμημα προκειμένου ν’ ἀνακτήσῃ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ εἶναι ἕτοιμο ν’ ἀποκαταστήσῃ μὲ κόστος τὸ ἴδιο του τὸ αἷμα, δικαιώματα τέτοια ποὺ ἡ ἀπώλειά τους ὑποβιβάζει ὅλους τοὺς τίμιους ἀνθρώπους, σὲ σημεῖο νὰ νιώθουν τὴ ζωὴ ἀφόρητη καὶ τὸν ἴδιο τὸ θάνατο σὰν σωτηρία;

    Ὅλοι γνωρίζουν ὅτι ἡ φωτιὰ ποὺ ξεκινᾶ ἀπὸ ἕνα μικρὸ σπινθῆρα θὰ μεγαλώσῃ καὶ θὰ γίνῃ φλόγα, ὅσο βρίσκει ξῦλο νὰ κάψῃ· ὅμως χωρίς νὰ σβηστῇ μὲ νερό, ἀλλ’ ἁπλῶς μή βρίσκοντας ἄλλο καύσιμο νὰ τροφοδοτηθῇ, ξοδεύεται μονάχη της, ξεθυμαίνει, καὶ δέν εἶναι πιὰ φλόγα. Παρομοίως, ὅσο περισσότερο οἱ τύραννοι διαρπάζουν, τόσο περισσότερο λαχταροῦν, ἀφανίζουν καὶ καταστρέφουν· ὅσο περισσότερο κάποιος ὑποχωρεῖ ἀπέναντί τους καὶ τοὺς ὑπακούει, τόσο περισσότερο αὐτοὶ γίνονται ἰσχυρότεροι καὶ τρομερώτεροι, ἕτοιμοι νὰ ἀφανίσουν καὶ νὰ καταστρέψουν. Ἀλλὰ ἂν οὔτε ἕνα πρᾶγμα δέν ὑποχωρῇ ἀπέναντί τους, ἄν, χωρὶς καμμιὰ βία, ἁπλῶς κανεὶς δέν ὑπακούει, ἀπογυμνώνονται κ’ ἐκμηδενίζονται, ἀκριβῶς ὅπως ὅταν ἡ ρίζα δέν παίρνῃ τροφή, τὸ κλαδὶ μαραίνεται καὶ πεθαίνει.

    Γιὰ νὰ καρπωθοῦν τὸ καλὸ ποὺ ἐπιθυμοῦν, οἱ τολμηροί, δέν φοβοῦνται τὸν κίνδυνο· οἱ ἔξυπνοι δέν ἀρνοῦνται νὰ ὑποφέρουν τὰ βάσανα. Εἶναι οἱ χαζοὶ καὶ οἱ δειλοὶ ποὺ οὔτε εἶναι σὲ θέση νὰ ὑπομείνουν τὶς ταλαιπωρίες, οὔτε νὰ διεκδικήσουν τὰ δικαιώματά τους· σταματοῦν ἁπλῶς στὴ λαχτάρα γι’ αὐτὰ καὶ χάνουν, μέσῳ τῆς ἀτολμίας, τὴ γενναιότητα ποὺ ξεπηδᾶ ἀπ’ τὴν προσπάθεια διεκδίκησης τῶν δικαιωμάτων τους, ἂν κ’ ἡ ἐπιθυμία νὰ τὰ ἀπολαύσουν παραμένει ἀκόμα, ὡς μέρος τῆς φύσης τους. []

    Ἀκόμη κ’ οἱ εὐλογίες  παραμένουν ἄνοστες κι ἄγευστες, λόγῳ τῆς διάβρωσής τους ἀπ’ τὴ δουλεία. Ἡ ἐλευθερία εἶναι ἡ μοναδικὴ χαρά, πάνω στὴν ὁποία οἱ ἄνθρωποι δέ φαίνεται νὰ ἐπιμένουν· γιατί, στὰ σίγουρα, ἐὰν πράγματι ἤθελαν, θὰ τὴν εἶχαν. Προφανῶς ἀρνοῦνται αὐτὸ τὸ θαυμάσιο προνόμιο γιατὶ τὸ ἀποκτοῦν τόσο εὔκολα!

    Φτωχοί, ἐξαθλιωμένοι καὶ χαζοί ἄνθρωποι, ἔθνη ἀποφασισμένα γιὰ τὴν ἴδια σας τὴ δυστυχία καὶ τυφλὰ στὸ δικό σας τὸ καλό! Ἀφήνεστε νὰ στερῆστε μπροστὰ στὰ ἴδια σας τὰ μάτια, τὸ καλύτερο μέρος τῶν ἐσόδων σας· τὰ χωράφια σας λεηλατοῦνται, τὰ σπίτια σας ληστεύονται, τὰ οἰκογενειακά σας κειμήλια ἀφαιροῦνται. Ζῆτε μ’ ἕναν τέτοιο τρόπο, ὥστε νὰ μήν μπορῆτε νὰ θεωρήσετε οὔτε ἕνα πρᾶγμα δικό σας· καὶ μᾶλλον θὰ θεωρῆτε τοὺς ἑαυτούς σας τυχεροὺς ποὺ δανείζετε τὴν ἰδιοκτησία σας, τὶς οἰκογένειές σας καὶ τὴν ἴδια σας τὴ ζωή. []

behistun-διορθώσεις

[Ἀπὸ τὸ Βαγίστανον ὄρος στὴν Περσία.]

Βαγγέλης Βογιατζῆς, «Οἱ λέξεις»

Βαγγέλης Βογιατζῆς:

Οἱ λέξεις

 

Οἱ λέξεις σὰν σταλαγματιὲς λάδι

ποὺ ρίχνουν οἱ κυνηγοὶ χταποδιῶν στὴ θάλασσα,

ὅταν βγαίνουν πυροφάνι τὶς νύχτες γιαλό-γιαλό,

ὥστε νὰ βλέπουν καθαρὰ τὰ θολάμια τους.

Σ’ ἀπογυμνώνουν,

σὲ κάνουν διάφανο,

ἀδύνατο νὰ κρυφτῇς.

αόρατος-διορθώσεις

Μανόλης Εὐκλείδη Χρονάκης, «Ἀνάγνωση - ἀπαγγελία»

Μανόλης Εὐκλείδη Χρονάκης:

Ἀνάγνωση – ἀπαγγελία

 

Δίνομε σημασία στὴν ἀνάγνωση ποὺ εἶναι μία παρότρυνση,

ὅταν τὴν ἀντιμετωπίζουμε σχολαστικά.

Ἡ ἀνάγνωση βρίσκεται στὸ κατώφλι τῆς πνευματικῆς ζωῆς.

Μπορεῖ νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ  ἐκειμέσα:  δέν εἶναι ἡ οὐσία της.

Μ. Προύστ

Διαβάζοντας, μτφ: Πέτρος Παπαδόπουλος, Κώστας Τσιταράκης, Ἑστία, σελ. 46.

    Κάθε κείμενο γράφεται στὸ μέτρο τῆς ἀναπνοῆς καὶ τῶν παλμῶν τῆς καρδιᾶς. Ὁ συγγραφέας περιβάλλει τὴν κεντρική του ἰδέα, τὸ θέμα, τὴν ἔμπνευση μὲ τὸ μανδύα τοῦ ἐσωτερικοῦ κ’ ἐξωτερικοῦ περιβάλλοντός του τὴ στιγμὴ τῆς συγγραφῆς. Ἕνα κείμενο, ποὺ προορίζεται νὰ διαβαστῇ, δέ μᾶς ἦρθε ἀπ’ τὸ πουθενά. Ἔχει διανύσει μιὰ μακρά πορεία, ποὺ ξεκινάει μὲ τὴν ἀρχικὴ σύλληψή του, τὶς πολλαπλὲς ἐσωτερικὲς μεταφράσεις τῆς ἰδέας ἀπ’ τὸν συγγραφέα, τὴ γραφή, τὴ μετάφραση ἀπὸ ἄλλους ἢ ἀπὸ ἄλλες γλῶσσες. Ἔχει ρίζες παλιές, μιὰ ἱστορία, πίσω του, προσπαθειῶν, πόνου, μόχθου κι ἀγωνίᾳς, ποὺ τὴν κουβαλάει μαζί του, προτείνεται ἀπὸ κάποιον καὶ παροτρύνει, προτρέπει σὲ ἀνάγνωση. Εἶναι κάποιο ἀποτύπωμα μέρους τῆς συνείδησης ἑνός ἢ πολλῶν ἀνθρώπων. Ἡ δημιουργία τοῦ κειμένου μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ παιγνίδι, ὅπως ἐκεῖνο τῶν παιδιῶν, ποὺ τοὺς δίδει τὴν αἴσθηση τῆς ἀπόλυτης ἐλευθερίας καὶ τὰ ὁδηγεῖ στὸν προθάλαμο τῆς δημιουργίας.

    Τὸ βασικὸ βιβλίο, τὸ μόνο ἀληθινὸ βιβλίο, μᾶς λέει ὁ Μ. Προύστ, ἕνας συγγραφέας δὲν χρειάζεται νὰ τὸ ἐπινοήσῃ, μὲ τὴν καθημερινὴ ἔννοια, ἀφοῦ ὑπάρχει κιόλας στὸν καθένα ἀπὸ μᾶς, ἀλλὰ νὰ τὸ μεταφράσῃ! [Μ. Προύστ: Διαβάζοντας, Ἑστία, μτφ: Πέτρος Παπαδόπουλος, Κώστας Τσιταράκης, σελ. 13.] Ὁ ἀναγνώστης, μέσα σ’ αὐτὸ τὸ μόνο ἀληθινὸ βιβλίο, ἐκτός ἀπὸ τὴν ἀπόλαυση τοῦ κειμένου, ἀνακαλύπτει σπαράγματα τοῦ δικοῦ του βασικοῦ, ἀνολοκλήρωτου βιβλίου καὶ τὰ συμπληρώνει, τὰ διορθώνει. Σὲ κάθε περίπτωση ὅμως διαβάζει τὴ μετάφραση-μεταγραφὴ τῶν σκέψεων, τῶν ἰδεῶν τοῦ συγγραφέα ἀπὸ τὸν ἴδιο. Μποροῦμε νὰ φανταστοῦμε λοιπὸν πόσο μακριὰ εἴμαστε ἀπὸ τὴν οὐσία ἑνὸς λογοτεχνικοῦ ἔργου, ὅταν αὐτὸ μᾶς προσφέρεται σὲ δεύτερη καὶ τρίτη ἐνδεχομένως μετάφραση, μετὰ τὴν πρώτη, ἐσωτερική, τοῦ συγγραφέα. Ὑπάρχει κάτι τὸ ἀνέφικτο στὴν προσπάθεια τοῦ ἀναγνώστη νὰ διεισδύσῃ στὰ ὄνειρα, στὰ ἔνστικτα, στοὺς πόθους, στὶς σκέψεις, στὸν συναισθηματικὸ κόσμο τοῦ δημιουργοῦ, δηλαδὴ  στὸ ἐργαστήρι, ὅπου σκαρώθηκε τὸ ἔργο. Ἡ ἰδέα, στὴ σύλληψή της, ὁ πυρῆνας τοῦ ἔργου παραμένει, γιὰ τὸν ἀναγνώστη, μυστικὸς γιὰ πάντα. Χάνεται μαζὶ μὲ τὸν ὑλικὸ θάνατο τοῦ συγγραφέα-δημιουργοῦ.

Ἡ ἀνάγνωση 

    Ἡ ἀνάγνωση, τὸ διάβασμα, εἶναι ἕνας τρόπος ἐπικοινωνίας τοῦ ἀνθρώπου μές ἀπ’ τὸ γραπτὸ λόγο, ποὺ δέ μοιάζει μὲ συνομιλία μ’ ἕνα φίλο ἢ μ’ ἕνα σοφό. Ἡ διαφορά τους ἔγκειται στὸ γεγονὸς ὅτι ὅταν διαβάζουμε, ἀντίθετα μὲ τὴ συνομιλία, ἐπιτρέπουμε στὴ σκέψη νὰ ἐπικοινωνήσῃ μαζί μας, ἐνῷ παραμένουμε μόνοι, χαρούμενοι γιὰ τὴ διανοητικὴ δύναμη ποὺ μᾶς προσφέρει ἡ μοναξιὰ καὶ νιώθουμε ἀκμαῖοι κ’ ἱκανοὶ νὰ ὑποδεχτοῦμε καὶ νὰ κατανοήσουμε τὸ λόγο. Ἡ ἀνάγνωση προϋποθέτει τὴ γραφὴ κ’ ἡ γραφὴ εἶναι ἕνα μήνυμα, ποὺ ἀναζητεῖ τὸ δέκτη του: τὸν ἀναγνώστη. Στὴν ἐμπειρία τοῦ διαβάσματος συμμετέχουν συγγραφέας κι ἀναγνώστης· ἔχουν δὲ μιὰ σχέση ἐξάρτησης τέτοια πού, ἂν λείψῃ ὁ ἕνας, ὁ ἄλλος δέν ὑπάρχει!

    Ἡ διαδικασία τῆς ἀνάγνωσης, μιὰ λειτουργία τοῦ πνευματικοῦ ἀνθρώπου (homo sapiens), ὅσο ἁπλὴ κι ἂν μοιάζῃ, εἶναι σύνθετη, περίπλοκη, δαιδαλώδης. Τὸ κείμενο μεταγράφεται ἀπ’ τὸν ἀναγνώστη καὶ μεταφράζεται ἐκ νέου ἀπ’ αὐτὸν σὲ λόγο ἐσωτερικὸ ἢ προφορικό, ἐκφραστικὸ ἢ ὑποδεκτικό, δηλαδὴ σὲ προφορικὴ κατανόηση, ἀνάγνωση. [Γ. Χειμωνᾶ: Ἕξι μαθήματα γιὰ τὸ λόγο, ἔκδ. Ὕψιλον, 1984, σελ. 43]. Ὁ ρόλος τῆς ἀνάγνωσης μπορεῖ νὰ εἶναι σωτήριος, διασκεδαστικός, ἀδιάφορος ἢ καταστροφικός. 

Ὁ ἀναγνώστης

    Τὴ στιγμὴ τῆς ἀνάγνωσης ἀκριβῶς, ὁ ἀναγνώστης, γιὰ νὰ μπορέσῃ νὰ πλησιάσῃ τὸ ὕφος τοῦ συγγραφέα καὶ νὰ ὑποδεχτῇ τὸ λόγο, τὴν ἰδέα, πρέπει νὰ συλλάβῃ τὸν ἀγῶνα, τὴν ἀγωνία, τὴ γαλήνη, τὴν ὀργὴ τοῦ συγγραφέα, καταστάσεις καὶ συναισθήματα, ποὺ δημιούργησαν τοῦτον τὸ ρυθμό: ταχύ, ἀργό, ρυθμικὸ ἢ ἄρρυθμο -χαοτικό. Στοὺς διαλόγους τὸ πρόβλημα εἶναι δυσκολώτερο, γιατὶ ὁ ἀναγνώστης πρέπει νὰ ἔχῃ καταλάβει τὴν ψυχοσύνθεση τῶν ἡρῴων τὴ συγκεκριμένη στιγμή, ὅπως τὴ φαντάζεται καὶ τὴ δημιουργεῖ, ὅπως τὴν ἔχει συλλάβει ὁ καλλιτέχνης, πρᾶγμα ἀπίθανο βέβαια. Ὁ ἀναγνώστης καλεῖται ν’ ἀντιμετωπίσῃ δυὸ πανούργα ὄντα: τὴ λέξη καὶ τὴ φράση [Ἡ συνείδηση, φύλακας τῶν κατοχῶν της, ὅ,τι ἀπέσπασε ἀπ’ τὸν Κόσμο, τὸ μίκρυνε καὶ τὸ κρατᾷ. Τὸ μίκρυνε -αὐτὴ εἶναι ἡ πανουργία της: τὸ ἔκανε λέξη, καὶ παρακάτω ἡ λέξη, ἔξοχο δεῖγμα τῆς ἐγκεφαλικῆς οἰκονομίας. Ἡ φράση  εἶναι μιὰ κίνηση τῆς συνείδησης στὴν ἀναζήτηση μιᾶς πάντα διαφεύγουσας λέξης, ἀφοῦ εἶναι ἡ ἴδια μιὰ λέξη ποὺ πάει νὰ γεννηθῇ, ἀλλὰ ποτέ δὲν θὰ γεννηθῇ, ὅ.π. σελ. 25, 49 καὶ 26]. Κ’ οἱ δυὸ κουβαλᾶνε μέσα τοὺς μιὰ μουσικὴ φθόγγων, ποὺ τὶς συνοδεύει τὴν ὥρα ποὺ ἐκφέρονται (προσῳδία), μέχρι νὰ σβήσουν, ν’ ἀφανιστοῦν. Ἡ συγκίνηση, ἡ ὀργή, ὁ θυμός, ἡ γαλήνη, ἡ ἀπόλαυση ποὺ προκαλεῖ τὸ κείμενο στὸν ἀναγνώστη, σωματοποιοῦνται ἀπολύτως κ’ ἐπηρεάζουν σημαντικὰ τὴν ἀνάγνωση. Ἔτσι θεωρεῖται φυσικὸ κι ἀναμενόμενο ἡ ἀνάγνωση τοῦ ἴδιου κειμένου ἀπὸ τὸν ἴδιο ἀναγνώστη, σὲ διαφορετικὴ στιγμή, νὰ ἔχῃ μεγάλη ἐπιτυχία ἢ καταστροφικὴ ἀποτυχία. Ὁ στόχος τοῦ ἀναγνώστη εἶναι ν’ ἀποκωδικοποιήσῃ τὴ γλῶσσα τοῦ συγγραφέα, νὰ ξεκλειδώσῃ τὸ κείμενο, νὰ καταφέρῃ νὰ τραβήξῃ τὸ παραπέτασμα τῆς καθημερινῆς ἀσχήμιας καὶ νὰ ὁδηγηθῇ στὴν ἀνακάλυψη θαυμαστῶν κόσμων, ποὺ ποτέ ἀλλιῶς δὲν θὰ μπορέσῃ ν’ ἀπολαύσῃ. Στὸ σημεῖο αὐτὸ συναντᾷ κ’ ἱκανοποιεῖ τὴν ὑπέρτατη προσπάθεια τοῦ δημιουργοῦ, ποὺ εἶναι ἡ παρότρυνση πρὸς τὸν ἀναγνώστη νὰ μπῇ μέσα στὴν πνευματικὴ ζωή. 

Ἡ ἀνάγνωση-ἀπαγγελία

    Ὁ ἀναγνώστης ποὺ ἀπαγγέλλει ἕνα κείμενο, πολλὲς φορὲς περνάει πάνω ἀπ’ τὶς λέξεις, τὶς φράσεις, τὰ νοήματα, χωρὶς νὰ καταλαβαίνῃ ἀπολύτως τίποτα, ὅπως ἕνας τυφλὸς περνάει μέσα ἀπὸ ἕνα δάσος, χωρὶς νὰ μπορῇ ν’ ἀπολαύσῃ τὴν ὀμορφιά του. Συχνὰ ἀπὸ ἀδυναμία ἢ ἄγνοια ἀρκεῖται ἢ περιορίζεται στὴ μεταγραφὴ λέξεων γραπτῶν σὲ λέξεις προφορικές. Κάποτε διακρίνουμε τὴν ἀγωνία του γιὰ τὴ σωστὴ ἀπόδοση τοῦ ἔργου ἀλλὰ κ’ ἐκείνη ποὺ ἔχει σχέση μὲ τὴν ἀποκάλυψη τοῦ δικοῦ του χαρακτῆρα. Ἄλλοτε ἡ ψυχρότητα κ’ ἡ ἀδιαφορία, γιὰ τὴ σημασία καὶ τὴ σπουδαιότητα τοῦ κειμένου, εἶναι παραπάνω ἀπὸ ἐμφανεῖς στὸν ἀναγνώστη. Ἄλλοτε πάλι μποροῦμε νὰ διακρίνουμε τὴ συμπάθεια, τὴ βαθεία ἐκτίμηση, τὸ θαυμασμὸ ἢ ἀκόμη καὶ τὴν ἀντιπάθεια ποὺ τρέφει ὁ ἀναγνώστης γιὰ τὸν συγγραφέα καὶ τὸ ἔργο του, καθὼς ἐπίσης καὶ τὴ δυσκολία ὑποδοχῆς-κατανόησης τοῦ ἔργου ἀπ’ αὐτόν. Ἡ φωνή, μ’ ὅλες τὶς ἀποχρώσεις της, ἡ κίνηση τῆς γλώσσας καὶ τῶν χειλιῶν ποὺ στεγνώνουν, ἡ στάση τοῦ σώματος, οἱ χειρονομίες, ἡ ἐναλλαγὴ τοῦ χλωμοῦ καὶ ἐρυθροῦ χρώματος τοῦ προσώπου, οἱ συσπάσεις τῶν μυῶν τῆς μίμησης, ὁ λεπτὸς κρύος ἱδρῶτας ποὺ ὑγραίνει τὸ πρόσωπο, ἡ βαθιά, δύσκολη, γρήγορη ἀναπνοὴ εἶναι οἱ ἀψευδεῖς μάρτυρες ὅσων συμβαίνουν στὸ μυαλὸ καὶ στὸ σῶμα αὐτῶν ποὺ ἀπαγγέλλουν.

    Κατὰ τὴν ἀπαγγελία, παρουσιάζεται μπροστά μας μιὰ σπουδαία πτυχὴ τῆς ἀνάγνωσης. Ἀνεπαισθήτως, πλὴν σαφῶς ὁ ἀναγνώστης ἀποκαλύπτει περισσότερο τὸν ἑαυτό του, παρά τὶς ἰδέες, τὴν παρότρυνση τοῦ συγγραφέα, γι’ αὐτὸ καὶ κάθε ἀνάγνωση εἶν’ ἐντελῶς ἰδιαίτερη καὶ διαφορετική, ἀκόμα καὶ ἂν αὐτὴ γίνεται ἀπ’ τὸ ἴδιο πρόσωπο (μιὰ ποὺ τὸ ἴδιο πρόσωπο δέν εἶναι κάθε στιγμὴ τὸ ἴδιο), πολὺ περισσότερο ἂν πρόκειται γιὰ διαφορετικὸ ἀναγνώστη. Ἄλλη εἶναι ἡ ἀνάγνωση ἑνὸς κειμένου, ποιήματος, πεζοῦ, ἐπιστολῆς, ἀκόμα καὶ μπροσούρας, ἀπὸ ἕνα νέο σφριγηλό, ἐπαναστατημένο κι ἄλλη ἀπὸ ἕναν ἀδιάφορο ἐνήλικα, μὲ τοὺς ὤμους καὶ τὴν ψυχή του κυρτωμένα. Ἡ παρουσία κοινοῦ, ὁ χῶρος, ἡ ὥρα τοῦ εἰκοσιτετραώρου κ’ ἡ ἐποχή, τὰ προβλήματα τῶν ἀκροατῶν κ’ οἱ ἀντιδράσεις τους, ἀκόμα κ’ ἡ ἀπόλυτη σιωπή τους, ἐπηρεάζουν οὕτως ἢ ἄλλως τὸν ἀναγνώστη. Ἐξάλλου εἶναι φυσικὸ καὶ αὐτονόητο πὼς δημιουργεῖται κι ἀναπτύσσεται μιὰ σχέση ἀμφίδρομη, μεταξὺ ἀναγνώστη κι ἀκροατῶν, ἡ ὁποία δὲ μπορεῖ νὰ προβλεφθῇ, οὔτε ν’ ἀγνοηθῇ. Συχνὰ αὐτὸς ποὺ ἀπαγγέλλει ἕνα κείμενο, μιὰ πρόζα, ἕνα ποίημα δέν ἐμβαθύνει στὸ κείμενο, ἀκόμα κι ἂν τὸ ἔχῃ διαβάσει ἀρκετὲς φορές, κι ἂν τὸ ἔχῃ μελετήσει κι ἂν εἶναι ὁ ἴδιος ὁ δημιουργός του. Μεταδίδει καὶ τονίζει ἕνα μέρος τῶν νοημάτων καὶ τῆς σημειολογίας του. Ἐκφέρει τὴ μουσικὴ τῶν λέξεων, τῶν φράσεων, ξεκομμένη ἀπ’ τὸ μήνυμα καὶ τὴν οὐσία τους.

Τὸ διάβασμα κ’ ἡ ἀπόλαυση τοῦ κειμένου.

    Ὅταν ὁ ἀναγνώστης διαβάζῃ μόνος, γιὰ τὸν ἑαυτό του, καὶ μάλιστα σιωπηρά,  ὅταν μελετᾷ δηλαδή, οἱ δυσκολίες αὐτὲς ἀμβλύνονται ἢ δὲν φαίνονται, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀμελητέες. Ἀλλὰ καὶ διαφορετικὲς δυσκολίες ἀναφύονται. Ἀκόμα καὶ στὴ μεγαλύτερη ἀπομόνωση, ἐκεῖνος ποὺ μελετᾷ, δέν εἶναι μόνος του! Ἡ συνειδητοποίηση τῆς ἀπομόνωσής του ἀποτελεῖ ὑπολογίσιμο σύντροφο, ποὺ γίνεται ἐνοχλητικὸς πολλὲς φορὲς γιὰ τὸν ἀναγνώστη, ἱκανὸς νὰ τὸν ἀποσπάσῃ ἀπ’ τὴ μελέτη. Ἐξάλλου ἡ σκέψη, μόνιμος καὶ σταθερὸς σύντροφος, εἶναι τρυπάνι ποὺ περιστρέφεται, δὲν σταματᾷ ποτέ (κυρίως τὶς ὧρες ἀπομόνωσης).  Ἡ ἀνάδυση παλιῶν ἀναμνήσεων, τὸ πλῆθος, ἡ ἔνταση κ’ ἡ διάρκειά τους εἶναι ἀπρόβλεπτη, προκαλεῖ ἀναταραχὴ στὴ συνείδηση, ἐμποδίζει τὴν προσήλωση κ’ ἐπηρεάζει σοβαρά, ἕως καθοριστικά, τὴ μελέτη ἑνὸς ἔργου πνευματικοῦ καὶ τὴν ἐκτέλεση ἑνὸς ἔργου σωματικοῦ. Ὅταν τραγουδῶ, γιαγιά, τὸ μυαλό μου χορεύει καὶ δὲν προσέχω, εἶπε ὁ πεντάχρονος μπόμπιρας, γιὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀπόσπαση τῆς προσοχῆς του ἀπ’ τὸ παιγνίδι.

    Συμπεραίνουμε ὅτι, ὅταν διαβάζουμε ἢ μελετᾶμε ἀπομονωμένοι, ἔχουμε σπουδαία συντροφιὰ τὶς σκέψεις μας. Στὴν ἀγορὰ ἔχουμε καὶ τοὺς θορύβους της. Στὶς αἴθουσες ἀνάγνωσης-ἀπαγγελίας ἔχουμε τοὺς ἀκροατές. Πότε διαβάζουμε καλύτερα, ἀποδοτικώτερα, κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ξέρῃ. Πιθανόν, ὅταν βρισκόμαστε ἐμεῖς, τὸ ἔργο, ὁ συγγραφέας κ’ ἡ μοναξιά, ἐκεῖνο ποὺ μᾶς προσφέρει τὴ δυνατότητα γιὰ τὴν ἀπόλαυση τοῦ κειμένου εἶναι τὸ διάβασμα ἑνὸς βιβλίου κι ὄχι ἡ ἀπαγγελία. Ἀναμφισβήτητα πάντως, ἡ ἐπιλογὴ τοῦ τρόπου, τοῦ χώρου καὶ τοῦ χρόνου, γιὰ διάβασμα, εἶναι προσωπικὴ ὑπόθεση τοῦ καθενός, γιὰ τὴ δική του ἀπόλαυση κι ἀποτελεῖ μιὰ θεατρικὴ παράσταση γιὰ ἕνα ρόλο, ποὺ ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς καλεῖται νὰ παίξῃ, ὄχι πάντα μ’ ἐπιτυχία!..

    Φαίνεται ὅμως, παρ’ ὅλα αὐτά, πὼς ὑπῆρξαν καὶ ὑπάρχουν μυριάδες ἀνθρώπων, πού, χωρὶς νὰ διαβάσουν, καθόλου δὲν μειονεκτοῦν στὴν προσπάθειά τους νὰ γνωρίσουν τὸν Κόσμο. Ἔχουν ἄλλα μάτια, ἄλλο πνεῦμα, ἄλλη ψυχὴ καὶ μποροῦν νὰ κατανοήσουν ἕνα ἐλάχιστο μέν, ἀλλὰ σημαντικὸ κομμάτι τοῦ Κόσμου, γιατὶ χρησιμοποίησαν ἄλλους κώδικες ἀνάγνωσης κι ἄλλες κεραῖες ἐπικοινωνίας ἢ γιατὶ τὸν δέχτηκαν πιὸ ἁπλᾶ ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ παρουσιάζουν τὰ σοφὰ κείμενα τῶν διανοητῶν,  συμπέρασμα στὸ ὁποῖο ἀναγκάζονται νὰ καταλήξουν οἱ τελευταῖοι, πολὺ ἀργότερα καὶ μᾶλλον πρὸς τὸ τέλος τῆς ζωῆς τους.

μούρ-αναγνώστρια-διορθώσεις

[Ἄλμπερτ Τζόζεφ Μοῦρ. Μία ἀναγνώστρια. 1877.]

Δημήτρης Μαρουδάς, «Πῶς νὰ συγχωρήσῃς;»

Δημήτρης Μαρουδάς:

Πῶς νὰ συγχωρήσῃς;

 

Πῶς νὰ συγχωρήσῃς αὐτοὺς ποὺ ξέρουν

κι ὁρκίζονται ἕν οἶδᾳ ὅτι οὐδὲν οἶδα;

Πῶς νὰ συγχωρήσῃς αὐτοὺς ποὺ δέν ξέρουν

καὶ καμώνονται ὅτι τὰ πάντα γνώριζαν;

Πῶς ἄφεση νὰ δώσῃς στοὺς ἀδιάφορους,

σ’ αὐτοὺς ποὺ δὲν θελῆσαν τίποτα νὰ ξέρουν;

Πῶς δικαίωση στοὺς ἔκπληκτους νὰ δώσῃς

ποὺ δέν περίμεναν τόσο νωρίς τὴ νύχτα;

Τοὺς ἀφελεῖς καὶ τοὺς τυχάρπαστους,

τοὺς ἄνω σχῶμεν καὶ τοὺς τσαρλατάνους

πῶς νὰ τοὺς συγχωρήσῃς;

ζουρμπαράν-agnus-dei-διορθώσεις[Φραγκίσκος ντὲ Θουρμπαράν. Agnus dei. 1635-40.]