Βαγγέλης Βογιατζῆς, «Γυρισμός»

Βαγγέλης Βογιατζῆς:

Γυρισμός

 

Ὥς τὸ τέλος θὰ πληρώνῃς

ἐκείνη τὴν ὀλιγωρία τοῦ Κλειδούχου

ποὺ βρέθηκε, νύχτα, χειροπόδαρα δεμένος,

πεταμένος, δίπλα στὶς γραμμές,

ἀπ’ τὸ Διάβολο.

Κι αὐτὸς νὰ κάνῃ κέφι,

ἀλλάζοντας τὶς κατευθύνσεις,

παίζοντας μὲ τὶς σιδηροτροχιὲς

καὶ τὴ ζωή σου,

ἐκτρέποντάς την σ’ ἐρημιές,

σὲ τόπους ἄγονους…

Νὰ ξυπνᾷς στὸ πουθενὰ χαμένος

νὰ σκιαμαχῇς μονάχος στὴν ὁμίχλη

νὰ γίνεσαι ἕνας Ἄλλος.

 

Ἔκτοτε ὅλα σου τὰ χρόνια

ἕνας λαχανιασμένος γυρισμὸς

ἀπὸ μυριάδες μίλια μακριὰ

μὲ κομμένα γόνατα

καὶ τὴν ψυχὴ στὸ στόμα

μήπως καὶ καταφέρῃς νὰ προλάβῃς

ζεστές τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων

ποὺ κίνησες νὰ βρῇς.

 

Ἄραγε θὰ σὲ θυμοῦνται;

 

Θὰ θέλουν νὰ σ’ ἀκούσουν;

 

Θὰ πιστέψουν τί σοῦ συνέβη;

 

Ὁ δρόμος μακρύς

κι ὁ χρόνος τελειώνει…

μπασκιά-τώρα-διορθώσεις[Ζὰν Μισὲλ Μπασκιά. Τώρα εἰν’ ἡ ὥρα!.. 1985.]

Βαγγέλης Βογιατζῆς, «Ἀδιέξοδο»

Βαγγέλης Βογιατζῆς:

Ἀδιέξοδο

 

Στὸν πύργο ἀπὸ τραπουλόχαρτα

ποὺ ὕψωσες καὶ ζῇς

– ἕνα πρόσχημα συνοχῆς,

μιὰ ἀπομίμηση κανονικότητας

γιὰ νὰ σταθῇς κοντὰ στοὺς ἄλλους – μονάχος…

Τὸν μερεμετίζεις, κλείνεις τρῦπες,

τρέμει ἡ ψυχή σου μὴ σηκωθῇ

κανένας ἀέρας ξαφνικὰ

καὶ τὰ σωριάσει ὅλα πάνω σου…

 

Κ’ οἱ ἄλλοι,

αἰχμάλωτοι τοῦ περιγράμματος,

νὰ βλέπουν κάστρο ἀπόρθητο

καὶ νὰ φαντασιώνωνται, ζαρωμένοι,

κρυμμένους καταπέλτες

ἕτοιμους νὰ ξεράσουν

φωτιὰ κι ἀτσάλι στὰ κεφάλια τους

κι ἀνίκητες λεγεῶνες ποὺ περιμένουν

τὸ σύνθημα νὰ ἐφορμήσουν…

ντε-κίρικο-μέγας-πύργος-διορθώσεις[Τζώρτζιο ντὲ Κίρικο. Ὁ μέγας πύργος. 1913.]

Τίτος Πατρίκιος, «Πόσα...»

Πόσα ποὺ πρὶν δὲν καταλάβαινες,

τ ώ ρ α

ἀποκαλύπτουν τὸ πραγματικὸ νόημά τους!

Μὰ τί καινούργιος κίνδυνος αὐτή σου ἡ  ὡ ρ ί μ α ν σ η·

μπορεῖ καὶ νὰ σὲ ἐπαναπαύσῃ στὴ θέα τῶν συντελεσμένων.

Θὰ κατορθώσῃς ἄραγε ποτὲ τὰ πράγματα νὰ δῇς

τὴν ἴδια τὴ στιγμὴ τῆς σύλληψής τους

καὶ νὰ προειδοποιῇς –

ἔστω καὶ μ’ ἄναρθρες κραυγές,

σὰν τὸ σκυλί, πού, πρὶν ἀπ’ τὸ σεισμό,

ἀκούει τοὺς μυστικοὺς τριγμοὺς τῆς γῆς

κι  ο ὐ ρ λ ι ά ζ ε ι;..

Τίτος Πατρίκιος

Μαθητεία 1952 – 1962, ἐκδ. Πρίσμα, Ἀθ. 1978.

μαγκρίττ-αόρατος-κόσμος-διορθώσεις[Ρενὲ Μαγκρίττ. Ἀόρατος κόσμος. 1954.]

Βαγγέλης Βογιατζῆς, Ὁ μυητικὸς χαρακτήρας τοῦ βιώματος

Βαγγέλης Βογιατζῆς:

Ὁ μυητικὸς χαρακτήρας τοῦ βιώματος

 

Πόσα ποὺ πρὶν δὲν καταλάβαινες,

τ ώ ρ α

ἀποκαλύπτουν τὸ πραγματικὸ νόημά τους!

Μὰ τί καινούργιος κίνδυνος αὐτή σου ἡ  ὡ ρ ί μ α ν σ η·

μπορεῖ καὶ νὰ σὲ ἐπαναπαύσῃ στὴ θέα τῶν συντελεσμένων.

Θὰ κατορθώσῃς ἄραγε ποτὲ τὰ πράγματα νὰ δῇς

τὴν ἴδια τὴ στιγμὴ τῆς σύλληψής τους

καὶ νὰ προειδοποιῇς –

ἔστω καὶ μ’ ἄναρθρες κραυγές,

σὰν τὸ σκυλί, πού, πρὶν ἀπ’ τὸ σεισμό,

ἀκούει τοὺς μυστικοὺς τριγμοὺς τῆς γῆς

κι  ο ὐ ρ λ ι ά ζ ε ι;..

Τίτος Πατρίκιος

Μαθητεία 1952 – 1962, ἐκδ. Πρίσμα, Ἀθ. 1978

 

    Καθὼς περνοῦν τὰ χρόνια διαπιστώνει κανεὶς ὅτι οἱ «ἐνδείξεις» ποὺ συλλέγει βυθομετρῶντας τὰ δικά του ἀδιέξοδα, ἀλλὰ καὶ τῶν γύρω του, τὸν πληροφοροῦν πιὰ γιὰ πολὺ περισσότερα πράγματα ἀπ’ ὅ,τι πρίν. Σταδιακὰ ἀποκαλύπτεται μπροστὰ στὰ μάτια του, μὲ καθηλωτικὴ μάλιστα εὐκρίνεια ὡρισμένες φορὲς καὶ σ’ ὅλο του τὸ εὖρος, ἕνα «πλέγμα» ποὺ ἑνώνει ἐντέλει τὶς ζωὲς τῶν ἀνθρώπων, ἀφοῦ μαθαίνει σιγά-σιγὰ νὰ διακρίνῃ τὰ ἀδιόρατα, ἐκ πρώτης ὄψεως, νήματα ποὺ συνδέουν τὰ φαινομενικὰ μονάχα ἀνόμοια ἢ ἄσχετα παθήματά τους.

    Σὰν τὰ κρυπτογραφημένα ἐκεῖνα μηνύματα ποὺ στέλνονταν κάποτε, γραμμένα μὲ χυμὸ λεμονιοῦ ἀνάμεσα στὶς ἀράδες κειμένων πού, παραπλανητικά, ἄλλα ἔλεγαν, προκειμένου νὰ περάσουν ἀπ’ τὸν ἔλεγχο ἀνεπιθύμητων ἀναγνωστῶν τους καὶ νὰ φτάσουν στὰ χέρια τοῦ ὑποψιασμένου τελικοῦ τους παραλήπτη, ποὺ τὰ ἀνέμενε, κι ὁ ὁποῖος, βέβαια, γνώριζε τὸ μυστικό τους περιεχόμενο, ἀλλὰ καὶ τὸν τρόπο νὰ λάβῃ γνώση αὐτοῦ..-συνήθως διαβάζοντάς το στὸ φῶς ἑνὸς κεριοῦ.

   Στὴν πορεία τοῦ βίου καθενός μας, σὰ φῶς μπορεῖ νὰ νοηθῇ καὶ νὰ λειτουργήσῃ ἄλλοτε ἡ ἄμεση, προσωπική μας ἐμπλοκὴ στὰ πράγματα, ἡ ὁποία καλλιεργεῖ αὐτὸ ποὺ κοινῶς ὁρίζουμε ὡς ἐνσυναίσθηση καὶ δὲν πρέπει νὰ συγχέεται, ἀσφαλῶς, μὲ καμμιά θνησιγενῆ «εὐαισθητοποίηση» ἐπικαιρικοῦ χαρακτῆρα, μ’ ἡμερομηνία λήξης ποὺ διεγείρει ἁπλῶς τὸ ἐνδιαφέρον μας.

    Κάποιες φορὲς τὸ ρόλο αὐτὸν παίζουν οἱ κάθε λογῆς ἀπώλειες, ποὺ ἀναπόφευκτα ἀρχίζει καὶ μετρᾷ κανεὶς μεγαλώνοντας, οἱ ὁποῖες φωτίζουν ἀθέατες, προηγουμένως, ὄψεις τῆς ὕπαρξης. Καὶ σ’ ἄλλες συγκυρίες πάλι, ἐπιδροῦν καταλυτικὰ πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνση ἱστορικὲς περίοδοι ριζικῶν ἀνακατατάξεων, ὅπως αὐτὴ ποὺ διανύουμε, οἱ ὁποῖες ἐπιταχύνουν, ἂν δὲν ἐπιβάλλουν κιόλας, κάποιου εἴδους ὡρίμανση, μὲ τὶς ὀδυνηρὲς ἀνατροπὲς ποὺ ἐπιφέρουν στὶς ζωὲς τῶν περισσοτέρων.

    Συχνὰ βλέπουμε νὰ δροῦν συνδυαστικὰ ὅλα τὰ παραπάνω. Χωρὶς νὰ λείπουν καὶ οἱ περιπτώσεις ἐκεῖνες – σπάνιες εἶναι ἡ ἀλήθεια – ὅπου μπορεῖ νὰ ἀπουσιάζουν αὐτοὶ οἱ παράγοντες κι ὡστόσο ἕνα πρόσωπο ποὺ διαθέτει ἰδιοσυγκρασιακή, ἰδιάζουσα λεπταισθησία κι ὀξυδέρκεια ν’ ἀντιλαμβάνεται σὲ πρῶτο χρόνο ὅσα σημαντικὰ συντελοῦνται, ἀρθρώνοντας λόγο βαθειᾶς κατανόησης ἢ κι ἀνακουφιστικό -παρηγορητικὸ τῶν ἄλλων σὲ κρίσιμες στιγμές τους, δίχως νὰ φέρῃ στοὺς ὤμους του καμμιά σχετικὴ ἢ ὁποιαδήποτε ἄλλη βιωματικὴ σκευή. Αὐτές, ὡστόσο, δὲν παύουν νὰ εἶναι δυσεύρετες ἐξαιρέσεις, καθὼς ἡ τριβὴ μὲ τίς, πάσης φύσεως, ἀντιξοότητες εἶναι αὐτὴ ποὺ ὀξύνει ἢ ἀλλάζει τὴν «ὅραση» κάποιου, ἐπιτρέποντάς του ν’ ἀναγνωρίζῃ τὰ σημεῖα τομῆς ὅλως διάφορων ἐμπειριῶν.

    Ἔτυχε, πρὶν μερικὰ χρόνια, νὰ συντονιστῶ τυχαῖα σὲ κάποιο κανάλι τῆς κρατικῆς τηλεόρασης, ἕνα κυριακάτικο μεσημέρι, καὶ νὰ παρακολουθήσω μιὰ ἐκπομπὴ ἀφιερωμένη στὸ Χορὸ τοῦ Μηχανικοῦ ἢ ἀλλιῶς Χορὸ τῶν Σφουγγαράδων. Λιγοστοί, νομίζω, εἶναι στὸν τόπο μας οἱ ἄνθρωποι πού, ἔστω μία φορὰ στὴ ζωή τους, δὲν ἔχουν ὑπάρξει θεατὲς τοῦ περίφημου αὐτοῦ μουσικοχορευτικοῦ δρώμενου, δημιουργὸς τῆς χορογραφίας τοῦ ὁποίου ἦταν ὁ ἀείμνηστος Θεόφιλος Κλωνάρης ἀπὸ τὴν Κάλυμνο.

    Καθηγητὴς Φυσικῆς Ἀγωγῆς, μαθητὴς τῆς Δώρας Στράτου καὶ πρωτοχορευτὴς στὰ Δωδεκανησιακά, κατὰ τὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ 1950, ἕνα ἀπὸ τὰ ὀκτὼ παιδιὰ τοῦ δύτη Παντελῆ Κλωνάρη καὶ μεγαλωμένος σ’ ἕνα νησί, ὅπου ἡ σπογγαλιεία ἀποτελοῦσε τὴν κύρια ἐπαγγελματικὴ ἐνασχόληση τῶν συντοπιτῶν του, ἐμπνεύστηκε τὰ σημεῖα, τὶς κινήσεις, τὰ βήματα, τὴν ὅλη σύνθεση αὐτοῦ τοῦ χοροῦ, παρατηρῶντας πλεῖστες ὅσες περιπτώσεις συμπατριωτῶν του σφουγγαράδων, «χτυπημένων» ἀπ’ τὴ νόσο τῶν δυτῶν ποὺ ζοῦσαν ἐκεῖνον τὸν καιρὸ στὸ κοινωνικὸ περιθώριο.

     Ἄνθρωποι φιλόπονοι, δραστήριοι, ποὺ κάποτε ἔφερναν τὸν πλοῦτο στὶς οἰκογένειές τους ἀλλὰ καὶ σ’ ὁλόκληρο τὸ νησί, ἀνοιχτόκαρδοι καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων γλεντζέδες, ποὺ ζοῦσαν ἔντονα τὴν κάθε στιγμή τους καθώς, ὅταν ἄφηναν τὸ σπίτι τους γιὰ μῆνες, γυρίζοντας ὁλόκληρη τὴ Μεσόγειο, δὲν ἤξεραν ἂν θὰ ἐπανέρχονταν σῶοι κι ἀβλαβεῖς.

    Κι ὄχι μόνο ζωντανοὶ μὰ καὶ νεκροί, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε δυνατότητα ταχείας μεταφορᾶς καὶ ταφῆς τους στὸν γενέθλιο τόπο, στὴν περίπτωση ποὺ συνέβαινε τὸ ἀπευκταῖο κ’ ἔτσι θάβονταν πολλὲς φορὲς στὶς ἀκτὲς τῆς Βορείου Ἀφρικῆς ἢ σὲ γειτονικὰ σ’ αὐτὲς νησιὰ ὅπως ὑπονοεῖ καὶ τὸ παραδοσιακὸ τραγοῦδι ποὺ συνιστᾷ τὸν καμβά, ἂς ποῦμε, πάνω στὸν ὁποῖο ἐκτυλίσσεται κι ὁ χορὸς (ἢ μηχανικὸς θὰ γίνω ἢ στὴν ἄμμο θ’ ἀπομείνω), δίχως νὰ μποροῦν οἱ οἰκεῖοι τους νὰ θρηνήσουν τὸ σῶμα τῶν ἀγαπημένων τους. Ἀλλὰ κι ὅταν ἐπέστρεφαν ζωντανοί, πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς γύριζαν πιασμένοι, σακάτηδες, ὅπως ἀποκαλοῦσαν τοὺς χτυπημένους ἀπ’ τὴ νόσο τῶν δυτῶν οἱ συγχωριανοί τους, ἀποκλεισμένοι ἀπ’ τὶς χαρὲς τῆς ζωῆς, ποὺ τόσο ἤξεραν ν’ ἀπολαμβάνουν προτοῦ μείνουν παράλυτοι, ἀποτελῶντας πλέον βάρος καὶ πρόβλημα γιὰ τοὺς γύρω τους ἀπὸ πηγὴ πλούτου, χαρᾶς κ’ εὐδαιμονίας ποὺ ἦταν πρίν.

    Χωρισμένος, λοιπόν, σὲ τρία μέρη, ὁ Χορὸς τοῦ Μηχανικοῦ, ἀπεικονίζει, ἀναπαριστᾷ τὸ δρᾶμα αὐτῶν ἀκριβῶς τῶν ἀνθρώπων. Στὸ πρῶτο μερος, οἱ χορευτὲς ἀκολουθῶντας τὸ σκοπὸ τοῦ παραδοσιακοῦ τραγουδιοῦ, ποὺ προαναφέρθηκε, μιμοῦνται, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε, τὶς συνθῆκες ἑνὸς γλεντιοῦ. Ὁ χτυπημένος σφουγγαρᾶς τοὺς παρακολουθεῖ καθηλωμένος στὴν καρέκλα κι ἀνήμπορος, ἀδυνατῶντας νὰ συμμετάσχῃ στὴν κοινὴ χαρά. Ὡστόσο, φέρνοντας στὴ μνήμη του τὸν καιρὸ ποὺ ἦταν ὑγιής, ἔχοντας μάλιστα κεντρικὴ θέση στὴν κοινωνικὴ ζωὴ καὶ στὶς ἐκδηλώσεις της, κάτι μέσα του «φτερουγίζει», ὁπότε στὸ δεύτερο μέρος ὁ πρωταγωνιστής-πρωτοχορευτής, ἄλλοτε μηχανικός, καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια ἐπιχειρεῖ νὰ σηκωθῇ, ὥστε νὰ ἐνταχθῇ κ’ ἐκεῖνος στὴ συντροφιὰ τῶν γλεντοκόπων.

    Κρατῶντας μὲ τὸ ἕνα του χέρι τὸ μπαστούνι γιὰ νὰ στηριχθῇ καὶ μὲ τὸ ἄλλο τραβῶντας τὸ πιασμένο του πόδι μπαίνει, ὑποβασταζόμενος, στὸ χορό. Ὡστόσο, παρὰ τὴ θέληση του, τὸ τσακισμένο του κορμὶ δὲ τὸν βοηθᾷ καὶ σωριάζεται στὸ ἔδαφος. Θλίβεται γιὰ τὴν κατάστασή του, συχνὰ δακρύζει ἀλλὰ δέν τὸ βάζει κάτω καὶ ξανασηκώνεται νὰ συνεχίσῃ γυρεύοντας, διεκδικῶντας μὲ πεῖσμα, κατὰ κάποιο τρόπο, τὴν παλιά του ζωή. Πέφτει πάλι.

    Δὲν πτοεῖται ὅμως, καὶ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ δευτεροχορευτῆ, ποὺ τὸν κρατᾷ, στέκεται καὶ πάλι στὰ πόδια του, σ’ ἕνα στιγμιότυπο ποὺ ἀναδεικνύει ἀκριβῶς τὴ διάσταση ἀλλὰ καὶ τὴ σημασία τῆς ἀλληλεγγύης. Ἔστω τῶν λίγων, τῶν ἐλαχίστων, ἐνδεχομένως, ἀνθρώπων, ποὺ μένουν δίπλα στὸν περιθωριοποιημένο καὶ πάσχοντα καὶ τοῦ συμπαραστέκονται καθὼς ἀπὸ μία κινούμενη ἄμμο δὲν ἀρκεῖ μόνο ἡ βούληση ἐκείνου ποὺ εἶναι παγιδευμένος μέσα της γιὰ νὰ ξεκολλήσῃ ἀπ’ αὐτὴν καὶ νὰ βγῇ, ὅσο ἰσχυρὴ κι ἂν εἶναι ἀλλὰ χρειάζεται κ’ ἕνα χέρι νὰ τὸν τραβήξῃ.

    Ὥσπου, στὸ τρίτο μέρος τῆς χορογραφίας, τὸ ὁποῖο θὰ μποροῦσε κάλλιστα κάποιος νὰ παρομοιάσῃ μὲ μικρὴ Ἀνάσταση, ὁ πιασμένος σφουγγαρᾶς μὲ μία χειρονομία δηλωτικὴ κάποιας ἐσώτερης λυτρωτικῆς ψυχικῆς ἐκπτέρωσης πετάει μακριά τὴ μαγγοῦρα κ’ ἐλεύθερος πλέον ἀπ’ τὰ ποικίλα δεσμὰ τῆς πάθησής του, χορεύει ὅπως καὶ πρῶτα.

    Στὴν πραγματικότητα, θὰ ἔλεγε κανείς, ὅτι δὲν συνέβαινε ποτὲ κάτι τέτοιο, παραταῦτα, τὸ σύντομο τοῦτο δρώμενο, ἡ δραματοποιημένη αὐτὴ παρουσίαση τῆς ζωῆς τῶν ἄτυχων σφουγγαράδων ἄγγιξε τόσο κόσμο καὶ ξέφυγε ἀπ’ τὰ στενὰ ὅρια μιᾶς συγκεκριμένης ἐπαγγελματικῆς κατηγορίας ἀλλὰ κ’ ἑνὸς περιωρισμένου γεωγραφικοῦ χώρου, ἀκριβῶς γιατὶ περιγράφει μὲ ἁπλό, καὶ συνάμα ἰδιοφυῆ, τρόπο τὴν περιπέτεια βίου ὅλων τῶν ἀνθρώπων καὶ τὴν ἄσβεστη δίψα τοὺς ὄχι ἁπλᾶ γιὰ ἐπιβίωση ἀλλὰ γιὰ ζωή, παρὰ τὰ ἐμπόδια, μικρὰ ἢ μεγάλα ποὺ ἐμφανίζονται στὸ δρόμο τους. Κι ἂς ἐκκινοῦν ἀπ’ τὴ δική του ἀφετηρία ὁ καθένας. Δὲν ἔχει καὶ τόση σημασία ἐντέλει.

    Εἶχα, βέβαια, παρακολουθήσει πολλὲς φορὲς ἕως τότε τὸ Χορὸ τοῦ Μηχανικοῦ, ὡστόσο, ἀλλιῶς μου μίλησε ὅταν τὸν ξανάδα στὸ πλαίσιο αὐτοῦ τοῦ τηλεοπτικοῦ ἀφιερώματος, σ’ ἕνα χρονικὸ διάστημα, ὅπου συνέβη νὰ βρίσκωμαι ἐκτὸς ἀγορᾶς ἐργασίας, ἔχοντας χάσει τὴ δουλειά μου κάμποσο καιρὸ πρίν.

    Καὶ μπορεῖ νὰ μήν ἔχω κατάγωγὴ ἀπ’ τὴν Κάλυμνο ἢ τὴ γειτονική της Σύμη, ἐν πάσῃ περιπτώσει, καὶ προγόνους ἢ συγγενεῖς σφουγγαράδες, νὰ μὴν ἔχω ἐπισκεφθῆ κἄν τὰ συγκεκριμένα νησιά, ὅμως ἡ συγκίνησή μου ἦταν ἔντονη ὅπως ποτὲ ἄλλοτε στὸ παρελθόν, βλέποντάς τον καὶ ἡ ταύτισή μου μὲ τὸ κεντρικὸ πρόσωπο τοῦ ἐν λόγῳ μουσικοχορευτικοῦ δρώμενου ἀκαριαία καὶ ἀπόλυτη.

    Καὶ τοῦτο διότι δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ σκεφτῇ κανεὶς – χωρίς, ἐννοεῖται, καμμιὰ πρόθεση ἐκ μέρους μου, ἐξίσωσης ἢ σχετικοποίησης τῶν δυὸ αὐτῶν τραυματικῶν βιωμάτων, καθὼς τὸ καθένα τους φέρει, φυσικά, τὸ δικό του φορτίο – ὅτι ὅσοι βρίσκονται στὶς δυὸ αὐτὲς δυσμενεῖς θέσεις, καλοῦνται νὰ διαχειριστοῦν παρεμφερεῖς καταστάσεις κι ἀνάλογα συναισθήματα:

    Τὴν ἀπώλεια τῆς ταυτότητάς τους, μιὰ ἰδιαίτερα ψυχοφθόρα συνθήκη ἀπομόνωσης κι ἀποκλεισμοῦ, τὸ αἴσθημα ἀσφυξίας καὶ τὴν ἀγωνία νὰ ξαναβρεθοῦν στὴν ἐπιφάνεια ἀλώβητοι, κυριολεκτικὰ καὶ μεταφορικά, τὴ μεταστροφὴ τῶν διαθέσεων μεγάλου μέρους τῶν ἀνθρώπων τοῦ στενοῦ ἀλλὰ καὶ τοῦ εὐρύτερου κοινωνικοῦ τους περιβάλλοντος, αὐτὴν τὴν διαβρωτικὴ συναίσθηση ἀδυναμίας καὶ γενικώτερα τὶς δικές τους ἐσωτερικὲς «μετατοπίσεις» ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνακάλυψη ψυχικῶν ἀποθεμάτων καὶ δημιουργικῶν δυνάμεων τὴν ὕπαρξη τῶν ὁποίων ἀγνοοῦσαν προηγουμένως, τὸν ἐπανακαθορισμὸ τῶν ὁρίων τους καὶ τὴν ὑπέρβαση τοῦ ἑαυτοῦ τους καὶ πάρα πολλὰ ἀκόμη.

    Ἔτσι, δὲν ἀργεῖ νὰ καταλήξῃ κανεὶς στὸ συμπέρασμα ὅτι ὅσο εὐγνώμων πρέπει ἴσως νὰ νιώθῃ γιὰ τὰ ἀγαθὰ ποὺ ἀπολαμβάνει καὶ τὴν ἀδιατάρακτη ροὴ τῆς καθημερινότητάς του, ἂν ἔχῃ αὐτὴ τὴν τύχη, ἄλλο τόσο, σὲ δεύτερη ἀνάγνωση, καὶ περισσότερο, ἴσως, πρέπει νὰ αἰσθάνεται εὐγνώμων γιὰ τὶς στερήσεις, τὶς ἀπώλειες καὶ τίς «ρωγμές» του, καθὼς μές ἀπ’ αὐτὲς εἶναι πιθανότερο ν’ ἀντιληφθῇ τὸ κοινὸ ὑπόστρωμα τῆς ἀνθρώπινης ἐμπειρίας, νὰ κατανοήσῃ οὐσιαστικότερα, ν’ ἀγαπήσῃ βαθύτερα τοὺς ἄλλους καὶ παράλληλα νὰ ἔχῃ μία ποιοτικότερη πρόσληψη τῆς ζωῆς.

χορός-μηχανικού-διορθώσεις

Κωνσταντῖνος Μ. Μάστρακας, «Ἡ πορεία»

Κωνσταντῖνος Μ. Μάστρακας:

Ἡ πορεία

Ἀπ’ τὸ Ἐπιστροφὴ στὸ σήμερα

    Τί σὲ φέρνει κοντὰ καὶ τί σὲ ἀπομακρύνει ἀπὸ κάποιον; Καὶ γιατί κανεὶς νὰ ἔρθῃ κοντὰ ἢ ν’ ἀπομακρυνθῇ; Ἡ ἀγάπη, ὁ ἔρωτας, ἡ ἐκτίμηση δέν εἶναι ἐπαρκεῖς ἐξηγήσεις μές στὴ γενικότητά τους καὶ τὴν ἀποπροσωποποιοῦσα ἀφαίρεση.

    Εἶναι δύσκολος ὁ ἄνθρωπος! Δύσκολος καὶ πολύπλοκος καὶ δυσεξήγητος. Δυσμεταβιβάσιμος, θάλεγα, στὸν ἄλλο. Πολλὲς φορὲς ἀκούγεται ἡ φράση: Μαζὶ μιλᾶμε καὶ χώρια καταλαβαινόμαστε! Μαζὶ μιλᾶμε! Τί λόγος! Μ ι λ ᾶ μ ε;  Ἔχουμε σὲ μεγάλη ἐκτίμηση τὸ χάρισμα τοῦ Λόγου, ποὺ δὲν τὸν ἔχουν τ’ ἄλλα ἔμβια κ.λ. κ.λ. Καὶ ποιός εἶναι ὁ Λόγος; Πόσα καὶ ποιά μεγέθη, ποιότητες, καταστάσεις, διαφορετικότητες, ποικιλίες μπορεῖ νὰ ἐκφράσῃ καὶ περισσότερο νὰ μεταφέρῃ στὸν ἄλλο; Κατάλαβα, δὲν εἶμαι βλάκας! Ἡ ἄλλη συχνὴ φράση. Κατάλαβες; Τ ί  ἀφοῦ δὲν κατάφερα νὰ τὸ ἐκφράσω ὅσο κι ὅποιο εἶναι πράγματι μέσα μου!.. Ὧρες-ὧρες σκέφτομαι, ἀκόμα κι αὐτὸν τὸν Ἀριστοτέλη ἢ τὸν Ἡράκλειτο, σὰ Μόγλη πού, ἀναθρεμμένος ἀπ’ τοὺς λύκους, γρυλίζει μόνο!

    Καὶ ὅσα κεῖνται περ’ ἀπ’ τὸ Λόγο; Ἐννοῶ ὅσα, κι ἂν ἀκόμα ὑπῆρχαν, ὄχι 3.000 λέξεις ἀλλὰ 300.000 ἢ καὶ 900.000, ὅσα κεῖνται περ’ ἀπ’ τὴ Λογική, ὅσα ἀφοροῦν ὄχι μόνο συναίσθημα, τρέλλα καθαρή, σύμπλεγμα, ἰδιοτροπία, καπρίτσιο τῆς στιγμῆς, ἰδιορρυθμία, καταβολή, καταγραφὴ χαμένη στοὺς ἀπωτάτους κι ἀγνώστους προγεγεννημένους;

    Χειμῶνα καιρό, κοντὰ στὸ τζάκι, μιλούσαμε ἤρεμα ἕνα ὁλόκληρο βράδι. Κάποια στιγμή, χωρὶς ν’ ἀλλάξουμε τόνο ἢ ὕφος, χωρὶς νὰ ποῦμε κἄν τ’ ὄνομά του, χωρὶς ν’ ἀναφερθοῦμε ἔστω στὸ εἶδος του, μιλήσαμε καὶ γιὰ τὸν ἑντεκάχρονο, τότε, γάτο μας πού, ἥσυχος, κοιμόταν κουλουριασμένος μπροστά μας. Τότε κινήθηκε καὶ νιαούρισε, σὰ νὰ κατάλαβε ὅτι λέγαμε κάτι γι’ αὐτόν! – Μὰ ἔχει μυαλό; διερωτήθηκε ἡ πεθερά μου! Δὲν ξέρω ἂν ἔχει μυαλὸ ὁ γάτος! Τοὐλάχιστον ὅπως ἐμεῖς ἀντιλαμβανόμαστε τὸ μυαλό. Ἀλλὰ φοβᾶμαι, βάσιμα, ὅτι ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι, παρὰ ποὺ ἐναβρυνόμαστε, δὲν διαθέτουμε ἐπαρκεῖς διόδους πραγματικῆς καὶ οὐσιαστικῆς εἰς βάθος ἐπικοινωνίας.

    Καὶ νιαουρίζουμε, γρυλίζουμε, φωνάζουμε, κοροϊδευόμαστε ὅτι συνεννοούμεθα, καταλαβαινόμαστε, συνείμαστε καὶ τὰ τοιαῦτα. Πόση ὅμως εἶναι ἡ ὑπαρξιακή μας μοναξιά; Ἡ τέτοια μοναξιά, ἡ ἁπτὴ καὶ μετρήσιμη καὶ καθημερινότατη καὶ καθεστιγμική;

   Ἂς εἶναι. Ξεχνᾶμε. Προχωρᾶμε. Δὲν κολλᾶμε. Τί ξεχνᾶμε; Τὸ θάνατο. Πρὸς τὰ ποῦ προχωρᾶμε; Πρὸς αὐτόν. Ὁλοταχῶς.

μπενουά-βασιλιάς-βόλτα-καιρός-διορθώσεις

[Ἀλεσὰντρ Μπενουά. Ὁ βασιλιᾶς ἔκανε τὴ βόλτα του μὲ κάθε καιρό… 1898.]