Ἑρρῖκος Ἴψεν, «Γιὰ τὴν Ἐλευθερία...»

 Ἑρρῖκος Ἴψεν:

Γιὰ τὴν Ἐλευθερία…

[Ἀπὸ ὑποσημείωση τῆς καινούργιας ἔκδοσης

τῆς Ἀγριόπαπιας στὶς Διορθώσεις

σὲ μτφ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου

κ’ ἐπιμέλεια Κωνσταντίνου Μ. Μάστρακα.]

 

    Ἀπ’ τὸ 1879 εἶχε ξεσπάσει ἀναστάτωση κατὰ πόσον πρέπει νὰ φαίνεται τὸ σύμβολο τῆς ἕνωσης Σουηδίας-Νορβηγίας στὴ Νορβηγικὴ σημαία. Σ’ ἐπιστολή του, ὁ Ἴψεν πρὸς τὸν Μπγιέρνσον (12/07/1879) ἐπισημαίνει:

    Ἂς ἀφήσουν τὸ σημάδι τῆς Ἕνωσης, μὰ νὰ βγάλουν κεῖνο τῆς καλογερικῆς ἀπ’ τὰ μυαλὰ τῶν ἀνθρώπων! Ν’ ἀφαιρεθῇ τὸ σύμβολο τῆς προκατάλειψης, τῆς κοντόθωρης σκέψης, τῆς στενοκεφαλιᾶς, τῆς δουλοπρέπειας καὶ τῆς ἀπερίσκεπτης ἐμπιστοσύνης στὴν ἐξουσία, γιὰ ν’ ἀκολουθήσῃ κάθε ἄτομο τὴ δικιά του σημαία… Δέ νομίζω πὼς εἶν’ ἡ δουλειά μας ν’ ἀσχολούμαστε μὲ τὴν ἀπελευθέρωση καὶ τὴν ἀνεξαρτησία τοῦ κράτους, ἀλλὰ μᾶλλον ν’ ἀφυπνίσουμε [] περσότερους στὸ γενικώτερο ζήτημα τῆς Ἐλευθερίας καὶ τῆς Ἀνεξαρτησίας. 

μαξ-ελευθερία-διορθώσεις

[Πέτερ Μάξ. Ἐλευθερία. 1980.]

Κικὴ Δημουλᾶ, «Φύσει ἐκδορεύς...»

Μίλτος Σαχτούρης, «Τοῦ θηρίου»

Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος, «Ὁ Ἱερουργὸς τῆς Μνήμης»

Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος: 

Ὁ Ἱερουργὸς τῆς Μνήμης

    Γιὰ τὸν Πλάτωνα, ἡ γραφὴ εἶν’ ὅπλο κατά τῆς λήθης. Ὅλοι οἱ σοβαροὶ δάσκαλοι καὶ συγγραφεῖς σημειώνουν αὐτὴ τὴν πρωταρχική λειτουργία. Στὰ σχολεῖα, πολλές φορὲς λόγῳ ἀνεπάρκειας τοῦ διδάσκοντα ἢ μή ἀγαπητικῆς σχέσης μὲ τὸ ἀντικείμενο, τὰ παιδιὰ μεταχειρίζονται τὰ βιβλία σὰν τηλεφωνικοὺς καταλόγους· ἀδυνατοῦν νὰ σταθοῦν στὸ συγκεκριμένο καὶ νὰ στοχαστοῦν ἀνασύροντας παραστάσεις ἀπ’ τὴν προσωπική τους ἐμπειρία καὶ συνδέοντάς τις μὲ τὶς γενικώτερες ἔννοιες καὶ κατακτήσεις τοῦ Πνεύματος. Μάλιστα, ἂν κάποιος φέρελπις νέος μὲ κλίση στὰ γράμματα τὸ ἀποτολμήσῃ, λοιδορεῖται συνήθως ἀπὸ τοὺς ἀνέμπνευστους «ἐκπαιδευτικούς», γιατὶ τοὺς ξεβολεύει…

    Ἔτσι, λοιπόν, σὰν τὸ παιδὶ γίνῃ ἄνθρωπος, ὑποτίθεται, ὑπεύθυνος καὶ κύριος τοῦ ἑαυτοῦ του, ἀντανακλαστικά, πλησιάζει κάθε βιβλίο σὰ νάταν λίστα γιὰ τηλέφωνα, ψώνια, συνταγὲς μαγειρικῆς ἢ ἀπάνθισμα εὔπεπτων (μὰ τοξικῶν) ἐπιφυλλίδων καὶ κοσμικῶν στηλῶν… Τὸ σωστό βιβλίο, ἐκεῖνο ποὺ μέσα του κρύβει σοφία καὶ γνώση αἰώνων, δέν ξέρει τί νὰ τὸ κάνῃ..- ἀπὸ ποῦ νὰ τὸ πρωτοπιάσῃ! Σύντομα, τὸ παρατάει ὡς κάτι ἐπιτηδευμένα δύσκολο,.. «ἀκαταλαβίστικο»· ἐνῷ ἀποτελῇ τὸ κατ’ ἐξοχὴν πειστήριο παιδαγωγικῆς ἐποπτείας. Σπεύδει τότε ὄχι στὸ λακωνικό – τὸ ἀληθινά λιτὸ κι ὀλιγόλογο –, ἀλλὰ στὸ ἀποκρύπτον, λειψὸ καὶ κακοδιατυπωμένο. Ἐκεῖ πιὰ βολεύεται: Ἡ κριτική του ἱκανότητα εὐνουχίζεται μὲ τακτικὰ χειρουργεῖα χωρίς ἀναισθητικὸ ἀπὸ τοὺς παπαγάλους τῶν διαφόρων ἐξουσιῶν· ἡ αἰσθητική του διαπαιδαγώγηση περιστέλλεται. Ἐν τέλει, ἀδυνατεῖ ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὶς κακουχίες, γιατὶ ποτέ δὲν ἔμαθε νὰ παρατηρῇ συστηματικά, νὰ κατάγράφῃ, νὰ ἐπεξεργάζεται καὶ νὰ καταλήγῃ σὲ συμπεράσματα ζωτικά γιὰ τὴν ὕπαρξή του. Δέν κατάλαβε πὼς ὁ Πολιτισμὸς ἀποτελεῖ ἀνάχωμα στὴ βαρβαρότητα τῶν καιρῶν· νομίζει πὼς εἶναι μονάχα μιά «δαντελένια καλλιέργεια γιὰ σαλόνια καὶ κομψεύομενους»…

    Σὰ συναντάῃ τὴν πραγματικὴ παιδεία, στέκει ἐνεός· ἀνίκανος νὰ τὴν οἰκειωθῇ, τὴν κατατάσσει αὐτόματα σὲ μία σφαῖρα ὑπερβατικῆς φύσης -τή «φετιχοποιεῖ». Ἀρχίζει νὰ τὴν λατρεύῃ σὰν κάτι ἄφταστο καί «θεϊκό» (μὲ τὰ φανατικώτερα συνακόλουθα τῆς λέξης) ἢ νὰ τὴ δαιμονοποιῇ ὡς ἀσύνδετη μὲ τὸν Κόσμο καὶ βλαπτικὴ γιὰ κάθε ζωτική του διάσταση..- καταντάει νὰ τὴν ὀνομάσῃ – ἐκείνη: τὴν πηγὴ ζωῆς καὶ χαρᾶς μές στοὺς αἰῶνες – ἐχθρό τῆς ζωῆς! Μ’ ἄλλα λόγια γίνεται εἴτε μωροσχολαστικός, εἴτε ἀγροῖκος· ἀκολουθοῦν ἀστραπιαῖα ἡ μισαλλοδοξία, ἡ περιχαράκωση τῆς σκέψης, ἡ κακογουστιά, ἡ πλήρης παράδοση στὰ πάθη, ἡ ἐν γένει  ἀ κ ρ ι σ ί α.

    Αὐτὰ δέ θὰ ἐξαφανίζονταν πλήρως ὡς φαινόμενα ἀπό ‘να δάσκαλο μ’ ἑδραία, προσωπικὴ παιδεία, καθὼς καὶ παιδαγωγικὴ ἐπάρκεια. Ὅποιος ὑποστηρίξῃ μιὰ τέτοιαν ὑπερβολή, προσφέρει ἐξίσου κακήν ὑπηρεσία μὲ τὸν ἀπαίδευτο κι ἀμαθῆ. Ὅμως, ἡ σχολικὴ βαρεμάρα θὰ περιστελόταν κατὰ πολύ! Καὶ νά τί θὰ σήμαινε αὐτό:

    Κάθε φορὰ ποὺ θὰ ξεστόμιζε ὁ δάσκαλος ἕνα γραμματικὸ κανόνα, ἕνα μαθηματικὸ θεώρημα ἢ ἐκτελοῦσε παραδειγματικὰ μιὰ σωματικὴ ἄσκηση, ἄν, προηγουμένως, θυμοῦνταν τὰ δικά του βάσανα καὶ τὶς προσωπικές του ἀδυναμίες, θὰ συνέδεε αὐτόματα τὸ γράμμα καὶ τὴν πνευματική-σωματικὴ οἰκονομία μὲ τὴ ζωή· θάδινε μιὰν ἀφορμὴ ἐμπάθειας στὸ μαθητή, γιὰ νὰ τὸν ἀκολουθήσῃ στὸ λαβύρινθο τῆς Γνώσης (ποὺ περιέχει, ὡς ὑποσύνολο, τὴ σωματικὴ ὑγεία). Ἀντὶ ν’ ἀναλύῃ στείρα κι ἄτσαλα ἕνα ποίημα μὲ τὰ φιλολογικὰ ἐργαλεῖα, ποὺ ποτέ του δὲ χώνεψε εἰς βάθος, καλύτερα νὰ συζητοῦσε μ’ εἰλικρίνεια καὶ γενναιότητα πνεύματος κάθε ἀπόληξη τῆς σκέψης τοῦ δημιουργοῦ ἐπιστρέφοντας ἀκάματα στὸ γράμμα, στὸ συγκεκριμένο τῆς ἀνάσας καὶ τῆς λέξης (τόσες φορὲς ποὺ λειτουργικὰ νὰ τ’ ἀποστηθίζουν οἱ μαθητές, δηλαδὴ νὰ τὰ βάζουν βαθειά μές στὰ σωθικά τους -στὶς φρένες ποὺ πρέπει πάντα νάναι σῶες)· ἀντὶ νὰ παραθέτῃ ἕνα γεωμετρικὸ πόρισμα καὶ περνῶντας ἀπευθείας σὲ περιπτωσιακὰ παραδείγματα κι ἀσκήσεις «τραβηγμένες ἀπ’ τὰ μάλλια», νάδινε τὴν ἱστορικὴ διάσταση τῆς ἀφηρημένης μαθηματικῆς σύλληψης μαζὶ μὲ μιὰ σαφῆ εἰκόνα τῆς κοινῆς ἐποπτείας. Τότε ὁ δάσκαλος θ’ ἀξιωνόταν τὸ μέγιστο λειτούργημα: τοῦ Ἱερουργοῦ τῆς Μνήμης.

    Οἱ ἀρχαῖοι ποιητὲς δοξάζονταν, ὡς παιδαγωγοὶ τοῦ λαοῦ, γιατὶ ἀκριβῶς αὐτό ἔπρατταν: Μὲ τὴ δύναμη τῆς Τέχνης τους, ἔστηναν ἕνα πυκνό δίκτυο συσχετίσεων μ’ ἀπόληξη τὸν Κόσμο, μετουσιώνοντας τὰ δικά τους παρελθόντα καὶ βιωμένα σὲ καθολικὴ ἐμπειρία τοῦ δήμου. Μοῖρα τῶν δημιουργῶν καὶ τῶν δασκάλων εἶναι νὰ τρέχουν μὲ τὴν ταχύτητα τοῦ ἠλεκτρικοῦ σήματος μές στὸ νευρῶνα, πλάθοντάς τον συνάμα -ἐκεῖ, στ’ ἀκρώρεια ποὺ δέν ἔχει ἀκόμα φτάσει τό «νευρικὸ σύστημα» ὁλάκερης τῆς Ἀνθρωπότητας. Ἐπειδὴ ὁ πόνος, μάλιστα, σημαίνει συναγερμό γιὰ κάθε μορφὴ ζωῆς, διδάσκουν κιόλας καινούργιους πόνους, ἀσύνειδους πρίν, οἱ ἀρχιτέκτονες τῆς εὐαισθησίας κι ἀντίληψης, ἀνάβοντας τὸ φῶς τῆς ἐλπίδας πὼς κάποιος κάποτε – ἴσως ἕνας μόνο (μὰ καὶ πάλι ἀρκετός) – ἐξέλθῃ τῆς ἀσυνειδησίας καὶ γιατρέψῃ τὸ μυστικό, κυκλωτικό μας βάσανο…

νευρώνας-διορθώσεις

Πάρις Τακόπουλος, «Τοῦ Ἄγγελου Σικελιανοῦ»