T. W. Rhys Davids, «Ἡ ζωὴ τῶν θεῶν...»

T. W. Rhys Davids: 

Ἡ ζωὴ τῶν θεῶν…

 

    Ὅπως σὲ κάθε ἄνθρωπο ξέχωρα, ἡ θωριά του ἀλλάζει ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμή, δίχως ἡ ἀλλαγὴ νὰ γίνεται στιγμιαῖα αἰσθητή, ἀλλὰ καθίσταται ὁρατὴ μὲ τὸ πέρασμα τοῦχρόνου, ἔτσι κ’ οἱ ἰδέες – νοούμενες ἐν συνόλῳ μὲ τ’ ὄνομα θεοῦ – ἀλλάζουν ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμὴ μέσῳ μιᾶς βαθμιαίας ἐπαύξησης. Αὐτὴ ἡ μεταλλαγή, μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου (μπορεῖ νάναι γενιές, αἰῶνες ὁλόκληροι), καθίσταται τόσο εὐδιάκριτη, ὥστε νὰ ἐμφανισθῇ κάποιο καινούργιο ὄνομα καί, προοδευτικά (μ’ ἄργητα), νὰ ὑποκαταστήσῃ τὸ παλιό. Τότε, ὁ παλαιότερος θεὸς εἶναι ν ε κ ρ ό ς. Ὅπως λέει ὁ βουδδιστὴς μοναχός:

Τὰ λουλούδια ἀπ’ τὰ στεφάνια μαραθήκανε,

οἱ μανδύες του οἱ μεγαλοπρεπεῖς παλιώσανε -φθαρήκανε·

ἔπεσε ἀπ’ τὴν ὑψηλή του θέση καὶ τώρα πιά,

σὲ νέα ζωὴ γεννιέται…

    Ξαναζῇ, θὰ λέγαμε, σ’ αὐτὸ τὸ κατ’ ἐξοχὴν ἀποτέλεσμα τῆς πρότερης ζωῆς του: μές στὸν καινούργιο θεό -ἐκεῖνον ποὺ τώρα πιὰ κυβερνάει τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων…

σουντάμα-κρίσνα-στεφάνι-ινδία-διορθώσεις

[Ὁ Σουντάμα προσφέρει στεφάνι στὸν Κρίσνα. Βόρεια Ἰνδία. 1550-75.]

Μαρία Μαρῆ, Ἀπ' τὴν παρουσίαση τῶν βιβλίων «Ἡ νύχτα τῆς Βαλόνης», «Ἐγκατάλειψη», «Ἡ Μάρθα»

Μαρία Μαρῆ: 

Ἀπ’ τὴν παρουσίαση τῶν βιβλίων:

Ἡ νύχτα τῆς Βαλόνης, Ἐγκατάλειψη, Ἡ Μάρθα

(Τροχαλία, 28/12/2017)

    Κυρίες καὶ κύριοι, συνεργάτες, συγγενεῖς, μαθητές, φίλοι,

    Θὰ ἤθελα νὰ εὐχαριστήσω τὸν Κώστα Μάστρακα, ὑπεύθυνο τῶν ἐκδόσεων: Διορθώσεις καὶ Διατυπώσεις γιὰ τὴ στήριξή του, γιὰ τὴν πλαισίωσή του, γιὰ τὸ ἐνδιαφέρον του, νὰ τρέχῃ σὰ νὰ εἶναι εἰκοσάχρονος νέος, τὸ συνεργάτη του, γνώστη τοῦ Διαδικτύου καὶ τῆς ἠλεκτρονικῆς μηχανῆς XE-LATEX, ἐπιστήμονα, συγγραφέα, ἠθοποιὸ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλο, τὴ Φλώρα Μάστρακα γιὰ τοὺς ἐμπνευσμένους πίνακές της, ποὺ μὲ μεγάλη χαρὰ μοῦ παραχώρησε γιὰ τὰ βιβλία καὶ βέβαια τὸ Βαγγέλη Βογιατζῆ, τὸν ὁποῖο ἀναφέρω τελευταῖο, ἀλλὰ εἶναι αὐτός, ποὺ ἐπιμελήθηκε μὲ μεγάλη φροντίδα τὴν Ἐγκατάλειψη. Εἶναι ἄνθρωπος, ποὺ ἀγαπᾷ τὰ γράμματα, τὸ βιβλίο, τὴν ἀνάγνωση, συγγραφέας ὁ ἴδιος καὶ συνεργάτης τῶν Διορθώσεων, πού, μὲ πρόθυμη διάθεση, ἐνῷ ἔχῃ πολλὲς ὑποχρεώσεις, μοῦ ἀφιέρωσε τὸ χρόνο καὶ τὶς γνώσεις του.

    Κάθε ἔκδοση, ὅπως λέω σὲ πρόλογο βιβλίου, εἶναι συλλογικὴ ἐργασία.

    Σᾶς εὐχαριστῶ ὅλους γιὰ τὴν παρουσία σας καὶ τὴν ἐνεργὸ συμμετοχή σας σήμερα.

    Εὐχαριστῶ τοὺς μαθητές μου, Γιῶργο Γιέτο καὶ Χάρη Κουντούρη γιὰ τὴν ἀνάγνωση καὶ ἑρμηνεία ἀποσπασμάτων ἀπὸ τὰ βιβλία μου: τὴ μετάφρασή μου Νύχτα τῆς Βαλόνης, τοῦ Eric Emmanuel Schmitt, τὴ συλλογὴ διηγημάτων μου Μάρθα, καὶ τὴ θεατρικὴ Ἐγκατάλειψη.

    Εὐχαριστῶ τὴν ἐκλεκτή συνάδελφο φιλόλογο-ποιήτρια Ἄννα Πετράκη γιὰ τὴν πρωτοβουλία της νὰ μιλήσῃ γιὰ τὴν Ἐγκατάλειψη.

    Τέλος εὐχαριστῶ τοῦ ἰδιοκτῆτες τῆς Τροχαλίας, ποὺ διέθεσαν τὸ χῶρο τους γιὰ τὴν παρουσίαση αὐτή.

    Ἀρχικὰ μιλῶντας γιὰ τὴ Νύχτα τῆς Βαλόνης, δὲ θὰ ἤθελα νὰ σᾶς κουράσω μὲ τὴν ἀναφορὰ στὴν ἀτελείωτη μυθολογία τῆς λογοτεχνικῆς, κυρίως τῆς θεατρικῆς, δονζουανικῆς παράδοσης καὶ συνεπῶς καὶ στὴν ἐμφάνιση τῆς μετάφρασης ἑνὸς ἔργου της, ποὺ θὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ σήμερα.

    Ὅμως, πρὶν προχωρήσουμε στὴ γνωριμία μας μὲ τὸ ἔργο τοῦ Σμὶτ καὶ τὸν δικό του Δὸν Ζουὰν εἶναι ἀνάγκη γιὰ μία σύντομη, ὅσο γίνεται, ἀναδρομὴ στὶς ἀπαρχὲς τοῦ μύθου καὶ στὶς πρῶτες ἐμφανίσεις τοῦ λογοτεχνικοῦ Δὸν Ζουάν. Χωρὶς αὐτὴν δὲν εἶναι δυνατή, ἢ τουλάχιστον πλήρης, ἡ κατανόηση τῆς ποικιλόμορφης προσωπικότητας αὐτοῦ τοῦ ἥρωα στὰ πολυάριθμα ἔργα, ποὺ ἀκολούθησαν τὴν πρώτη ἐμφάνιση καὶ συνετέλεσαν στὴν οἰκουμενικότητα τοῦ μύθου καὶ στὴν καθιέρωσή του, ὡς ἰδεολογικοῦ προτύπου, ἀλλὰ κι ὡς ἀμφιλεγόμενου ἰνδάλματος στὴν καθημερινότητα τῆς κοινωνικῆς ζωῆς.

    Ὁ λογοτεχνικὸς καὶ θεατρικὸς μῦθος τοῦ Δὸν Ζουὰν ξεκίνησε τὸ 1630, μὲ τὸ ἔργο τοῦ Ἱσπανοῦ μοναχοῦ Τίρσο ντὲ Μολίνα: Ὁ ἀπατεῶνας τῆς Σεβίλλης καὶ ὁ προσκεκλημένος τῆς πέτρας, ποὺ εἶχε ὡς πραγματικὴ ἀφετηρία τὸ ἱστορικὸ ποὺ διαλαμβάνεται σ’ ἀναφορὰ ποὺ ὑπῆρχε στὰ Χρονικὰ τῆς Σεβίλλης, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία κάποιος ἱππότης μὲ τὸ ὄνομα Δὸν Ζουὰν Τενόριο, ποὺ ἀνῆκε σὲ μία ἀπὸ τὶς εἴκοσι τέσσερις οἰκογένειες εὐγενῶν, σκότωσε τὸ Διοικητὴ Φυλλόα, τοῦ ὁποίου προηγουμένως εἶχε ἀπαγάγει τὴν κόρη. Ὁ Διοικητὴς ἐτάφη σὲ ἰδιόκτητο μνῆμα στὸ μοναστήρι τῶν Φραγκισκανῶν μοναχῶν. Τὴν ἀπόδοση δικαιοσύνης ἀνέλαβαν οἱ μοναχοὶ ποὺ παρέσυραν τὸν Δὸν Ζουὰν στὸ μοναστῆρι, τὸν σκότωσαν καὶ διέδωσαν ὅτι αὐτός μπῆκε ἐκεῖ, γιὰ νὰ βεβηλώσῃ τὸν τάφο τοῦ Διοικητῆ, ὅπου βρῆκε τὸ θάνατο ἀπὸ τὸ ἄγαλμα ποὺ ἔπεσε πάνω του καὶ παρασύρθηκε στὴν κόλαση.

    Πάνω σ’ αὐτὸν τὸ σκελετὸ τῶν πραγματικῶν περιστατικῶν, ὁ Τίρσο ντὲ Μολίνα στήριξε τὸ θεατρικό του ἔργο, ποὺ ἐκδόθηκε τὸ 1630 καὶ στὸ ὁποῖο ἐμφανίζει τὸν Δὸν Ζουάν, ὡς κακόπιστο κ’ ἔνοχο κατακτητὴ γυναικῶν. Τὸ ἔργο μεταφυτεύτηκε, μέσα ἀπ’ τὴν Ἰταλικὴ δραματουργία καὶ τὴν Κομμέντια ντὲλ Ἄρτε στὴ Γαλλία, ὅπου ὁ μῦθος του, κάπως διαφοροποιημένος, καθιερώθηκε μὲ τὸ ἀξιόλογο ἔργο, τοῦ Μολιέρου: Ὁ Δὸν Ζουὰν ἢ Τὸ πέτρινο συμπόσιο (1665). Σ’ αὐτὸ ἐξακολουθεῖ νὰ ἐμφανίζεται ὡς κατάκτητὴς γυναικῶν, κυνικὸς καὶ ὑπεροπτικός, ἀλλὰ μὲ κάποια θεωρητικὴ διαλεκτικὴ ποὺ τοῦ ἐπιτρέπει νὰ προβάλλῃ ἐλεύθερο πνεῦμα καὶ χαρακτῆρα καὶ νὰ περιφρονῇ, μὲ ὁλοκληρωτικὴ ἄρνηση, ὅλους τους θεσμοὺς καὶ τὶς ἀξίες τοῦ Κόσμου στὴν ἐποχή του, ἀκόμα καὶ τὸ Θεό.

    Στὸν ἑπόμενο, τὸν 18ο αἰῶνα, ὁ μῦθος προσλαμβάνει ἰδιαίτερη αἴγλη μὲ τὴν ὄπερα τοῦ Μότσαρτ: Don Giovanni σὲ λιμπρέτο τοῦ ἀββᾶ Λορέντσο ντα Πόντε, ποὺ παρουσιάστηκε πρώτη φορὰ τὸ 1787 στὴν Πράγα, μὲ τεράστια ἐπιτυχία καὶ κατέστησε τὸ ἔργο παγκοσμίως γνωστό. Ἡ ὑπόθεση εἶναι περίπου ὅμοια μ’ αὐτὴ τοῦ ἔργου τοῦ Μολίνα, τὰ πρόσωπα μὲ τὸν ἴδιο χαρακτῆρα, τὸν Δὸν Ζουάν, ὡς αἰσθησιακὸ γόητα, μὲ τέλος τὸν καταποντισμό του στὴν κόλαση, ὅπως καὶ τῶν προηγούμενων.

    Τὸ 19ο καὶ τὸν 20ο αἰῶνα γράφονται πολλὰ ἔργα μὲ μικρότερη ἢ μεγαλύτερη ἀπομάκρυνση ἀπ’ τὸ βασικὸ μῦθο, ποὺ χρησιμοποιεῖται ἁπλῶς ὡς ἀφετηρία, πρόσχημα ἢ παροχὴ γεγονότων πρὸς ἀνασκευή, ἀνάλογα μὲ τὸ ἰδεολογικὸ κλῖμα καὶ τὶς κοινωνικὲς συνθῆκες τῆς ἐποχῆς.

    Τὸ 19ο αἰῶνα, π.χ., τὰ ἔργα εἶναι ἐπηρεασμένα ἀπ’ τὸ ρομαντισμὸ τῆς ἐποχῆς, ποὺ κομίζει νέες ἰδέες καὶ διαφορετικὸ αἰσθηματικὸ πλαίσιο, ὅπως συμβαίνει στὸ ἡμιτελὲς ποίημα τοῦ Λόρδου Μπάυρον Δὸν Ζουάν, μὲ τὸν προκλητικὸ καὶ αὐθάδη εὐγενῆ, ποὺ ταξιδεύει σὲ διάφορες χῶρες, ὅπου γοητεύει καὶ κατακτᾷ ὄμορφες γυναῖκες ἤ, στὴν περίπτωση τοῦ ὡραίου καὶ ποιητικοῦ Δὸν Ζουὰν τοῦ Μυσσὲ (1810-1857), ἢ τοῦ ἔκπτωτού του παραδείσου τοῦ Θεόφιλου Γκωτιὲ (1811-1872), στὸν ὁποῖον οἱ ἄνθρωποι ὀφείλουν ἕναν ἄλλο παράδεισο.

    Στὰ ἔργα τοῦ 20οῦ αἰῶνα, μὲ τὴν ἐπικράτηση ἑνὸς κοινωνισμοῦ, ἡ ἀπομάκρυνση ἀπ’ τὸν βασικὸ μῦθο εἶναι πολὺ πιὸ ἐμφανὴς καὶ σὲ μερικὲς περιπτώσεις προκαλεῖ ἀπορία γιὰ τὴν ἔνταξη ἔργων, ἀπ’ τοὺς κριτικοὺς στὸν κύκλο τῆς δονζουανικῆς παράδοσης. Εἶναι ἴσως κουραστικό, ἀλλὰ γιὰ τὴν ὁλοκλήρωση τῆς ἀναδρομῆς εἶναι ἀναγκαῖο νὰ μνημονεύσουμε, ἔστω μὲ τοὺς τίτλους τους, τὰ σχετικὰ ἔργα, ὅπως περιλαμβάνονται στὴν εἰσαγωγή μου στὴ μετάφραση.

    Τὰ ἔργα τοῦ 19ου  αἰῶνα:

     Γκράμπε, Δὸν Ζουὰν καὶ Φάουστ (1829), ἔργο περίπλοκο, ποὺ ἑνώνει διαφορετικὲς παραδόσεις,

     Πούσκιν, Ὁ πέτρινος ἐπισκέπτης (1836), ἔργο ἐλλειπτικὸ μ’ ἔντονο ρομαντικὸ ὕφος,

     Δουμᾶ πατρός, Ὁ Δὸν Ζουὰν ντὲ Μαράντα ἢ Ἡ πτώση ἑνὸς ἀγγέλου (1836).

     Νίκολας Λέναου, Δὸν Ζουάν (1844), ἔργο ἔμμετρο, ἐμφανίζει ἕναν ἀπογοητευμένο Δὸν Ζουάν, ποὺ αὐτοκτονεῖ -τέλος τοῦ ρομαντισμοῦ,

     Χοσὲ Θορίλλα, Ὁ Δὸν Ζουὰν Τενόριο (1844), μελοδραματικό. Ὁ Δὸν Ζουὰν μετανιώνει. Μετὰ τὸ τέλος τοῦ ρομαντισμοῦ,

     Ἀλεξέι Τολστόι, Δὸν Ζουάν (1869). Ἀναζήτηση ἰδανικοῦ ἀπὸ γυναῖκα σὲ γυναῖκα.

    Τὰ ἔργα τοῦ 20οῦ αἰῶνα:

    Μιλόζ, Σκηνὲς ἀπὸ τὸν Δὸν Ζουάν (1906). Τὸ ἔργο ἐντάσσεται μᾶλλον στὴν παραδοσιακὴ οἰκογένεια τῶν Δὸν Ζουάν,

    Ροστάν, Ἡ τελευταία νύχτα τοῦ Δὸν Ζουάν (1926),

   Γκιλντερόντ, Δὸν Ζουὰν ἢ οἱ χιμαιρικοὶ ἐραστές (1934),

    Χόρβατ, Ὁ Δὸν Ζουὰν ἐπιστρέφει ἀπὸ τὸν πόλεμο (1935),

    Γ. Θεοτοκάς, Τὸ παιχνίδι τῆς τρέλλας καὶ τῆς φρονιμάδας (1947),

    Μπρέχτ, Ὁ ἀφέντης Πούντιλα καὶ ὁ ὑπηρέτης του ὁ Μάττι (1948). Παρέλαβε ἁπλῶς ἕνα μοτίβο ἀπ’ τοὺς ἄλλους Δὸν Ζουάν, γιὰ νὰ ἐνισχύσῃ τὴ συγκρότηση τοῦ χαρακτῆρα τοῦ Πούντιλα,

    Μὰξ Φρίς, Ὁ Δὸν Ζουὰν ἢ ὁ ἔρως τῆς γεωμετρίας (1953),

    Μοντερλάν, Δὸν Ζουάν (1958).

    Τὸ ἔργο τοῦ Σμίτ (1991), εἶναι μία νέα ἐκδοχὴ τοῦ βασικοῦ μύθου τοῦ Δὸν Ζουάν, τόσο ὡς πρὸς τὴ σύσταση τῶν περιστατικῶν, ὅσο καὶ ὡς πρὸς τοὺς χαρακτῆρες τῶν προσώπων, τὴν ψυχολογία τους καὶ τὴν ἀναζήτηση τῆς προσωπικῆς τους εὐτυχίας. Στὰ προηγούμενα ἔργα ἡ βασικὴ ἀπαίτηση τῶν προσώπων, ἰδιαιτέρως βέβαια, τοῦ Δὸν Ζουάν, ἦταν ἡ ἀδέσμευτη ἄσκηση τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας στὴν ἐπιδίωξη τῆς ἱκανοποίησης τῆς ὁποιαδήποτε ἐπιθυμίας, χωρὶς κανένα περιορισμὸ ἠθικῆς φύσεως ἢ κοινωνικῆς πειθαρχίας. Ἰδανικὸ ὅπως ὁ ἐλεύθερος καὶ ἄστατος ἔρωτας, ὡς ἀνδρικὴ ἐκδήλωση ἐλεύθερης ἀπόλαυσης καὶ κοινωνικῆς κυριαρχίας καὶ βέβαια ἡ ἠθικὴ ἐξουσία τοῦ δεσπότη πάνω στὸν κυριαρχούμενο.

    Στὴ Νύχτα τῆς Βαλόνης ἀνατρέπονται πολλὰ ἀπ’ τὰ στερεότυπα τῆς ἐξουσιαστικῆς ἐμφάνισης κ’ ἐπιβολῆς. Καί, πρῶτα-πρῶτα, ὁ ἴδιος ὁ Δὸν Ζουὰν ἐμφανίζεται χωρὶς ἀλαζονεία, κάπως κουρασμένος ἀπ’ τὴ ζωή του κ’ ἐνταγμένος πραγματικά, ἢ φαινομενικά, στοὺς κοινωνικοὺς κανόνες καὶ στοὺς περιορισμοὺς εὔρυθμης ζωῆς, ἀφοῦ δέχεται νὰ δικαστῇ μιὰ νύχτα – εἶναι αὐτή ἡ νύχτα τῆς Βαλόνης – ἀπὸ πέντε γυναῖκες ποὺ ὑπῆρξαν θύματά του, στὸν πύργο τῆς δούκισσας, μιᾶς ἀπὸ αὐτές, καὶ ἀποδέχεται τὴν ἐτυμηγορία τους, ὅτι ὑπῆρξε ἔνοχος. ὅτι θ’ ἀλλάξῃ συμπεριφορὰ καὶ θὰ παντρευτῇ τὴ μικρὴ ἀδελφὴ τῆς δούκισσας Ἀγγελικὴ καὶ θὰ ζήσῃ μαζί της μ’ ἀγάπη, ἐκτίμηση καὶ σεβασμό. Κ’ ἐδῶ θυμᾶται κανείς, σὲ μιὰν ἀθέλητη σύγκριση, τὴ συμπεριφορὰ αὐτὴ μὲ τὴ στάση τοῦ Δὸν Ζουὰν τοῦ Μολιέρου, ποὺ μὲ περιφρονητικὴ εἰρωνεία  χάρισε σ’ ἕνα ζητιάνο τοῦ δρόμου ἕνα χρυσὸ λουδοβίκι γιὰ τὴν ἀγάπη τῆς ἀνθρωπότητας, ὅπως εἶπε, ὅταν αὐτὸς ἀρνήθηκε νὰ τὸ λάβῃ γιὰ νὰ βλαστημήσῃ τὸ Θεό, καθὼς καὶ τὴ γνωστὴ συμπεριφορὰ τοῦ ὑπεροπτικοῦ Δὸν Ζουὰν τῶν παλαιοτέρων ἐκδοχῶν, δυναστεύεται ἀπὸ ἕνα σωρὸ ὑποψίες γιὰ συνωνυμία μὲ τὸν Δὸν Ζουὰν τοῦ Σμὶτ κι ἀπορεῖ γιὰ τὴν συγκατάβαση τοῦ τελευταίου μὲ τὰ θύματά του καὶ τὴν ἐτυμηγορία τους, γεγονὸς ἀδιανόητο γιὰ τὴν ὑπεροψία του στὶς παλαιότερες ἐκδοχές του.

    Ἀλλὰ στὴν ἐξέλιξη τῆς ὑπόθεσης, ἀποκαλύπτεται, μές ἀπ’ τὴν πλοκὴ τῶν περιστατικῶν, ὅτι ἡ μεταστροφὴ τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ Δὸν Ζουὰν δὲν εἶχε ὡς αἰτία τὴν Ἀγγελική, ἀλλὰ τὴν προσήλωσή του πρὸς τὸν ἀδελφό της, τὸ νεαρὸ ἱππότη Σιφρεβίλ, μὲ τὸν ὁποῖον τὸν ἕνωσε, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς γνωριμίας τους, ἕνα δυνατὸ αἴσθημα φιλίας. Σὲ κάποια περίοδο ὁ ἱππότης ἐξαφανίζεται κ’ ἡ Ἀγγελικὴ ἀναζητῶντας τον, ἀπευθύνεται στὸν Δὸν Ζουὰν γιὰ βοήθεια, ἀλλ’ αὐτὸς τὴν ἀποπλανᾷ, χωρὶς νὰ αἰσθάνεται τίποτα γι’ αὐτήν. Μετὰ τὸ γεγονός, ὁ ἱππότης ἐμφανίζεται καὶ ζητάει ἱκανοποίηση ἀπὸ τὸν Δὸν Ζουάν, μὲ μονομαχία. Παράδοξη λύση. Στὸ ἔργο δὲν παρέχεται σαφὴς αἰτιολογία.

    Μιὰ πρώτη ἑρμηνεία, μ’ ἔρεισμα τὴν ἀποκαλυπτικὴ συνομιλία τοῦ πληγωμένου ἱππότη, πρὶν ἀπὸ τὸ θάνατό του, εἶναι ὅτι πρόκειται γιὰ μία δυνατὴ φιλία ἢ γιὰ μία ἀδιέξοδη ὁμοφυλόφιλη σχέση, ποὺ ἀναγκάζει τὸ νεαρὸ νὰ προτιμήσῃ τὸ θάνατο ἀπ’ τὸ σπαθὶ τοῦ ἀγαπημένου του. Ὅμως, μέσα στὴ μυστικιστικὴ ἀτμόσφαιρα τοῦ ἔργου ἡ σχέση μὲ τὸν ὅποιον χαρακτῆρα της, ἐμφανίζεται πνευματοποιημένη, ὡς ἐσώτερη, μυστικὴ κι ἀνώτερη ψυχικὴ ἕνωση, τόσο μέσα στὴ λειτουργία τοῦ ἔργου, ὅσο καὶ στὶς συγκεκριμένες ἀτομικές της περιπτώσεις, ποὺ τὶς καθιστᾷ ἀποδεκτές, χωρὶς καμμιὰ βάναυση ἢ ἐπιτηδευμένη καὶ προκλητικὴ ἀπόκλιση. Αὐτὸς ὁ κάπως παράξενος χειρισμὸς τῆς θεατρικῆς πραγματικότητας στὸν κύκλο τῶν ἔργων τῆς δονζουανικῆς παράδοσης εἶναι μιὰ αἰσθητικὴ παρέμβαση στὰ παραδεγμένα καὶ προσδίδει στὸν Δὸν Ζουὰν τῆς Βαλόνης τὴν ἀξιοσημείωτη κ’ ἐντυπωσιακὴ διαφορὰ μὲ τὴν ὁποία κάνει τὴν ἐμφάνισή του, ὡς ψυχολογικὴ κ’ αἰσθητικὴ ἀνανέωση μές στὴ θεατρικὴ πραγματικότητα τῆς ἐποχῆς του.

    Τὸ γεγονὸς ἔχει ἰδιαίτερη σημασία καὶ συνετέλεσε στὴν εὐρύτατη ἀποδοχὴ καὶ θριαμβευτικὴ ἐπιτυχία τοῦ ἔργου, γιατὶ ἐντυπωσίασε τὸ θεατρικὸ κοινό, προφανῶς κουρασμένο ἀπ’ τὶς ἀλλεπάλληλες, ὄχι καὶ τόσο ἱκανοποιητικὲς ἐμφανίσεις κι ἀλλαγὲς τοῦ θεατρικοῦ ἥρωα. Αὐτὸς ὁ Δὸν Ζουάν, ποὺ δὲ μοιάζει πολὺ ἢ καὶ καθόλου μὲ τὶς παλαιότερες ἐμφανίσεις του στὴν Τέχνη, ἦταν ποὺ ἔφερνε κάτι καινούργιο στὴν πνοὴ καὶ στάση ζωῆς, μέσα σὲ πιὸ σύνθετη ψυχολογικὴ πραγματικότητα, προξένησε ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον στὴν ἐπαφή του μὲ τὸν κόσμο κ’ ἔγινε περισσότερο ἀνθρώπινος ὑπερβαίνοντας τὰ στερεότυπα, κραυγαλέα κηρύγματα. Κι ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτὴ ἔγινε περισσότερο ἀγαπητὸς καὶ πιὸ ἐνδιαφέρων. Γιατὶ δὲν πρέπει νὰ παραβλέπουμε τὸ γεγονὸς ὅτι στὸν ψυχολογικὸ δεσμὸ τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν Τέχνη δὲν εἶναι μόνον οἱ εὐχάριστες ἢ κ’ εὐτράπελες ἐπαφές, ποὺ εὐνοοῦν τὴν αἰσθητικὴ ἀφοσίωση, ἀλλὰ κυρίως αὐτὲς ποὺ δημιουργοῦν πνευματικὸ προβληματισμὸ κ’ ἐπώδυνη δοκιμασία.

    Τώρα, σ’ ἕνα γενικώτερο ἐρώτημα, ποὺ θὰ μποροῦσε ἐνδεχομένως νὰ τεθῇ, ὡς πρὸς τὴ σημασία τοῦ ἔργου αὐτοῦ τοῦ Σμὶτ καὶ τῆς μετάφρασής του γιὰ τὴν ἐποχή μας, μιὰ ἱκανοποιητικὴ καὶ πλήρης ἀπάντηση θὰ ἦταν ἡ ὑπόμνηση τῆς ἱστορικῆς διαπίστωσης, ὅτι μὲ τὸ ἔργο αὐτὸ κλείνει, ἴσως ὁριστικά, ὁ μεγάλος μῦθος τῆς λογοτεχνικῆς δονζουανικῆς περιπέτειας, ποὺ ἐπὶ τέσσερις περίπου αἰῶνες ἀπασχόλησε τὴν εὐρωπαϊκὴ λογοτεχνία, μὲ τὸ πλῆθος τῶν σημαντικῶν ἔργων, ποὺ ἔδωσαν περιεχόμενο κι ἀπάντηση στὶς ψυχικὲς ἀναζητήσεις τοῦ ἀνθρώπου μέσα σ’ αὐτὴ τὴν πνευματικὴ περιπέτεια κ’ ἐσωτερικὴ ἀνακούφιση ἀπ’ τὴν καταπίεση τῶν σχετικῶν προβλημάτων. Ἕνας ἀκόμη λόγος τῆς ἰδιαίτερα αὐξημένης σημασίας τοῦ ἔργου τοῦ Σμὶτ εἶναι ὅτι σ’ αὐτὸ οἱ δομὲς τοῦ κλασσικοῦ μύθου ἐξελίσσονται πρὸς κάποιες ἐκσυγχρονιστικὲς κατευθύνσεις, ὅπως εἶναι ἡ ἰσοτιμία τῶν σχέσεων τῶν βασικῶν προσώπων (π.χ. Δὸν Ζουάν-Σγαναρέλλου) ἡ ψυχολογικὴ ἐπιβράδυνση κ’ ἡ πολύτροπη προσέγγιση τῶν χαρακτήρων (Δὸν Ζουάν-Ἱππότη) σὲ σύνθετες μορφὲς ζωῆς κ’ ἐπικοινωνίας, ἀναβάθμιση τῆς ἰδέας τῆς Ἀνθρωπότητας, ἡ πρωτότυπη λύση περίπλοκων δεσμῶν. Καί, βέβαια, ἡ αἰσθητικὴ ἐπάρκεια τοῦ ἔργου, ἡ ποίηση ποὺ διαχέεται σ’ ὅλη τὴ δομή του, ἡ ἐσωτερικὴ μελαγχολία τῶν γυναικῶν- κριτῶν κ’ ἡ λεπτὴ ἀνάδυση κ’ ἐναλλαγὴ τῶν αἰσθημάτων τους, οἱ κρυφοὶ διαλογισμοί τους, καθώς, ὅταν διαπιστώνουν τὶς κατηγορίες τους κατὰ τοῦ Δὸν Ζουάν, ἀναλογίζονται μὲ ρῖγος καὶ νοσταλγία τὰ δικά τους ἁμαρτήματα, ποὺ ἦταν δεμένα μὲ τὶς ἁμαρτωλὲς ἐπιθυμίες τοῦ Δὸν Ζουάν.

    Στὴ μετάφραση τοῦ ἔργου προσπάθησα ν’ ἀποδώσω τὴ λέξη τοῦ κειμένου, χωρὶς νὰ παραποιήσω τὸ νόημα καὶ τὸ ὕφος του. Ἄλλωστε ἡ γλῶσσα του εἶναι ἔκφραση πανεπιστημιακοῦ δασκάλου, ποὺ ἦταν ἕνα διάστημα ὁ Σμὶτ κ’ ἔμπειρου λογοτέχνη, θεατρικοῦ συγγραφέα καὶ δὲν δημιουργεῖ φραστικοὺς προβληματισμούς. Ὑποθέτω ὅτι κατάφερα, μὲ τὴ χρήση μιᾶς στρωτῆς καὶ χωρὶς ἐκζητήσεις Ἑλληνικῆς, νὰ προσδώσω ἐντοπιότητα στὸ χαρακτῆρα τοῦ Δὸν Ζουὰν καὶ νὰ κάνω τὸ ἔργο ὅσο πιὸ πολὺ γίνεται δικό μας, ὅπως ἀπαιτεῖται κι ὅσο εὐτυχέστερα μπορεῖ νὰ ἐπιτύχῃ ἡ πολιτιστικὴ λειτουργία μιᾶς μετάφρασης.

    Τὸ κείμενο εἶχε τὶς δυσκολίες τῶν λογοτεχνικῶν ἀποχρώσεων καὶ περισσότερο τὶς ἐσωτερικὲς δυσκολίες τῶν ψυχολογικῶν περιπλοκῶν. Δὲν συνάντησα ὅμως προσκόμματα ἔντονες διακυμάνσεις καὶ τὰ ὑπάρχοντα λειάνθηκαν στὴ λειτουργία τῆς μετάφρασης, ἡ ὁποία, ἄλλωστε, ὡς πρὸς αὐτό, συνίσταται στὴν ἐξομάλυνση τῶν διαφορῶν. Τὸ ἀποτέλεσμα στὴν κρίση σας, ποὺ ἐπαφίεμαι.

    Τώρα, σχετικὰ μὲ τὴ Μάρθα, πρόκειται γιὰ μικρὰ διηγήματα, ποὺ εἶχαν κατὰ καιροὺς δημοσιευθῆ στὴν ἐφημερίδα Lifo κι ἀφοροῦν προσωπικές μου ἀνησυχίες καὶ προβληματισμούς, ποὺ βρῆκαν αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ διαχυθοῦν, ἐλπίζοντας ὅτι θὰ βροῦν συνενόχους ἢ ἄλλους ποὺ θὰ συμπονέσουν τὸν πόνο καὶ τὴ θλίψη μου. Τὸ ἴδιο κ’ ἡ Ἐγκατάλειψη, θεατρικό, ποὺ γράφτηκε τὸ καλοκαίρι τοῦ 2017 κ’ ἔνιωθα ὅτι ἔπρεπε νὰ τὸ γράψω γιὰ νὰ μοιραστῶ τὸ αἴσθημα τῆς κοινῆς ἐγκατάλειψης καὶ μοναξιᾶς, ποὺ ἀφορᾷ ὅλους μας σὲ διαφορετικὲς συνθῆκες καὶ στιγμὲς τῆς ζωῆς μας.

    Σᾶς εὐχαριστῶ καὶ πάλι ὅλους.

books-banner-troxalia-diorthoseis

 

Ἡράκλειτος, «Ὀρφνή...»

Ἑρρῖκος Ἴψεν, «Πρέπει!.. Πρέπει!..» -ἀπὸ τόν «Κατιλίνα»

Ἑρρῖκος Ἴψεν:

Πρέπει!.. Πρέπει!..

Ἀπ’ τὸν Κατιλίνα

μτφ: Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος

ἐπιμέλεια: Κωνσταντῖνος Μ. Μάστρακας

 

     [Τὴ Δευτέρα, 21/05, ὥρα 19:00, θὰ γίνῃ παρουασίαση τῆς σειρᾶς Ἴψεν, στὸ Φιλολογικὸ Σύλλογο Παρνασσός, μὲ τὴ στήριξη τῆς Νορβηγικῆς Πρεσβείας καὶ τοῦ Νορβηγικοῦ Ἰνστιτούτου.]

ΚΑΤΙΛΙΝΑΣ:

«Πρέπει!.. Πρέπει!..» μοῦ φωνάζει μιὰ φωνὴ

ἀπὸ τὰ μύχια τῆς ψυχῆς καὶ θὰ ὑπακούσω!

Ἔχω δ ύ ν α μη -θάρρος γιὰ κάτιτίς καλύτερο,

ὑψηλότερο ἀπ’ αὐτή τὴ ζωή,..

τὸ σωρὸ αὐτό, ἀπ’ ἀχαλίνωτες ἀκολασίες·

ὄχι, ὄχι, δέ χορταίνουνε τὴ δίψα τῆς καρδιᾶς μου.

Παραληρῶ..- μονάχα νὰ ξ ε χ ν ο ῦ σ α!..

Πᾶνε πιά! Περᾶσαν! Μάταιη ἡ ζωή μου…

Τί ἀπογίνανε ὅλα τὰ ὄνειρα τῆς νιότης;:

Χάθηκαν σὰ σύννεφα καλοκαιριάτικα.

Δὲν ἀφῆσαν τίποτα -μονάχα θλίψη, ἀπογοήτευση…

Ἡ μοῖρα μοῦ ’κλεψε τὴν κάθ’ ἐλπίδα!

Καημένε,.. κ α η μ έ ν ε Κατιλίνα!

Νοιώθεις δυνατός, ἐνάρετος..-

ὅμως γιὰ ποιό πρᾶμα παλεύῃς;:

Γιὰ τὶς ἀπολαύσεις τῶν αἰσθήσεων!

Μὰ ἔρχονται ὧρες σὰν καὶ τούτη δῶ

ποὺ πόθοι μυστικοί φλογίζουνε τὰ σωθικά μου

– ἄχ! –, σὰν κοιτάζω τὴν περήφανη,

τὴν πλούσια Ρώμη… Καὶ σὰν ἀντικρύζω

αὐτὰ τὰ ἐρείπια πούχω μέσα τους βουλιάξει,

κείνη προβάλλει, ἴδια ὁ Ἥλιος λαμπερή…

Τότε ἀκούω βροντερή φωνὴ ἀπομέσα μου:

«Ξύπνα, Κατιλίνα -σήκω!.. Φέρσου ἀ ν τ ρ ί κ ι α!»

Κόλπα ταχυδακτυλουργικὰ καί… ὄνειρα τῆς νύχτας –

ἀπὸ τὴ μοναξιά βλεπω φαντάσματα·

μὲ τὸν ἐλάχιστο ἦχο ἀπ’ τὴ σκληρὴ πραγματικότητα

χάνονται στὶς σιωπηλές ἀβύσσους τῆς ψυχῆς…

μαγκρίττ-άρωμα-αβύσσου-διορθώσεις

[Ρενὲ Μαγκρίττ. Τὸ ἄρωμα τῆς ἀβύσσου. 1928.]