Ἑρρῖκος Ἴψεν, «Παράπονο...» -μτφ Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος, ἐπιμέλεια: Κωνσταντῖνος Μ. Μάστρακας

Ἑρρῖκος Ἴψεν:

Παράπονο…

Ἀπὸ τὸν Τάφο τοῦ πολεμιστῆ

μτφ Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος

ἐπιμέλεια Κωνσταντῖνος Μ. Μάστρακας

 

ΜΠΛΑΝΚΑ:

῎Εφυγε καὶ πάει. Σιωπή

παντοῦ στὴν ἔρημην ἀκτή.

Σιωπὴ μεγάλη -τάφου εἰν’ ἡ σιωπή

καὶ μές στὰ στήθη -στὴν ψυχή.

 

Ἦρθε, χάνεται καὶ πάει

στὴν ὁμίχλη σὰν ἀχτίδα;!.

Σὰ γλάρος μοναχός πετάῃ

μακριὰ πολύ τὴ νύχτα!

 

Καὶ σὲ μένα, ἄχ!, σὰν τί ἀπομένει;..

Στὰ ὄνειρα μου λουλουδάκι μένει·

μοναχή μεσα στὸν Πόντο νὰ γυρνάω·

καὶ στὴν πλώρη του νὰ κολυμπάω!

βίκινγκ-διορθώσεις

Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος, «Εἰλικρίνεια...» ἀπὸ τό «Πρὸς ἑαυτούς»

Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος:

Εἰλικρίνεια…

ἀπὸ τὸ Πρὸς ἑαυτούς

ΑΓΡΟΤΗΣ: Ὅσα καλά ἔλεγε γιὰ κεῖνον πούπρεπε νὰ τ’ ἀκούσῃ καὶ τ’ ἄντεχε, ἦταν ἐξίσου κακά κι ἀχώνευτα γιὰ κάποιον ἄλλον… Βέβαια, ὁ δεύτερος τὰ μάθαινε στὸ τέλος. Βλέπεις, μαστίγωνε τοὺς ψεύτες μὲ τὴν ἀλήθεια. Δ α ί μ ο ν α εἶχε μέσα του… Ποῦ τὸ βρῆκε;! Πῶς σκέφτηκε ὅτι ἔτσι ἀνοιχτά, λές τὸ λῃστὴ λῃστή, καὶ τὸ φονιᾶ φονιᾶ;.. Δέν εἶναι σοβαρὰ πράματα αὐτά -ἀνθρώπου πούχε τέτοια σύνεση στὰ ὑπόλοιπα!

προς-εαυτούς-θεοδόσης-παπαδημητρόπουλος-διορθώσεις

 

Ἑρρῖκος Ἴψεν, «Ὁ γέρος ἀπὸ πέτρα» ἀπὸ τόν «Τάφο τοῦ πολεμιστῆ» -μτφ, ὑπ. Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος, ἐπιμέλεια Κωνσταντῖνος Μ. Μάστρακας

Ἑρρῖκος Ἴψεν:

Ὁ γέρος ἀπὸ πέτρα…

ἀπὸ τὸν Τάφο τοῦ πολεμιστῆ

μτφ, ὑπ. Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος

ἐπιμέλεια Κωνσταντῖνος Μ. Μάστρακας

 

Ὁ γέρος ἀπὸ πέτρα μὲ τὸ σκληρό του πρόσωπο..-

σὰν τὸν θεὸ τὸν Θὸρ μὲ τὸ Μιέλνιρ του

καὶ μὲ τὴ ζώνη του τῆς δύναμης.

Θόρ:  Ὁ πολεμικὸς θεὸς τοῦ κεραυνοῦ. Στὸ πρωτότυπο (Henrik Ibsen, Samlede værker, Gyldendalske Boghandels Forlag, Kjøbenhavn, 1902, τόμ. Χ, σελ. 17): Asathor = ἀρχαιοσκ. áss (=θεός) + ǷórrǷónarr (πρβλ γερμανικὸ Donner=βροντή). Ἀποκεῖ, ἡ λέξη γιὰ τὴν Πέμπτη στὶς γερμανικὲς γλῶσσες: Donnerstag (Γερμανικά), Thursday (Ἀγγλικά). Βλ. Jan de Vries, Altnordisches etymologisches WörterbuchE. J. Brill, 2 η ἔκδ., Leiden, 1977, σελ. 16, áss· ὅ.π., σελ. 618, Ƿónarr· Paul Hermann, Nordische Mythologie, Verlag von Wilhelm Engelmann, Leipzig, 1903, σελ. 258-69.

Μιέλνιρ: Τὸ θεϊκὸ σφυρὶ τοῦ Θόρ. Ἀρχαιοσκ. Mjǫllnir (=Καταστροφέας). Βλ. Jan de Vries. Altnordisches etymologisches WörterbuchE. J. Brill, 2 η ἔκδ., Leiden, 1977, σελ. 390, Mjǫllnir.

θόρ-μιέλνιρ-διορθώσεις

[Ὁ Θὸρ μὲ τὸ Μιέλνιρ. Ἰσλανδικὸ χειρόγραφο. 18ος αἰώνας.]

Ἑρρῖκος Ἴψεν, Νεκρικὸς μονόλογος ἀπὸ τόν «Κατιλίνα»

Ἑρρῖκος Ἴψεν: 

Νεκρικὸς μονόλογος

ἀπὸ τὸν Κατιλίνα

 

ΦΟΥΡΙΑ:

Ὑπόκωφος θόρυβος..- σὰ βροντές νὰ πέφτουν πάνω…

Τὶς ἀκούω κ’ ἐδῶ μεσα στὸν τάφο…

Ἀλλ’ ὁ ἴδιος ἔχει τόσην ἡσυχία… Τόσην ἡσυχία!..

Αὐτή εἶν’ ἡ καταδίκη μου;: Αἰώνια ἠρεμία;! –

τὰ γυριστὰ τὰ μονοπάτια ⟨ποὺ μοῦ ’τανε γραφτό⟩

νὰ μή ν ξαναβαδίσω, ὅπως τὸ λαχταροῦσα…

(Παύση.)

Παράξενη ζωή -παράξενο γραφτό μου!

Σὰν κομήτης ὅλα πέρασαν… καὶ χάθηκαν…

Μὲ συνάντησε… Ἕνα μυστήριο γήτεμα –

μιὰ ἐσώτερη ἁρμονία μᾶς ἔδεσε τοὺς δυό!

Ἐγὼ ἡ Ἐρινύα του -κεῖνος τὸ δικό μου θῦμα.

Κι ὅμως σύντομα ἔλαβε ἡ Ἐ ρ ι ν ύ α τιμωρία!

(Παύση.)

Τώρα θὰ φωτίσῃ πάνω ἐκεῖ… Μά… ἂν ἀπομακρύνωμαι

– δίχως νὰ τὸ καταλαβαίνω – ἀπ’ τὰ φωτεινὰ τὰ δώματα;..

Ἂς εἶναι!.. Κι ἂν ἀκόμα τούτη ἡ κατοικία μου

σ’ αὐτόν τὸν τάφο, δὲν εἰναι παρὰ μιὰ πτήση

μὲ τὰ φτερὰ τῆς ἀστραπῆς στὴ σκοτεινή τὴ χώρα; –

κι ἂν πλησιάζω μόνο τὴν πλατειά τὴ Στύγα;!.

Στὴν ἀκτή της σκᾶν τὰ κύματα

κι ὁ γερο-Χάροντας σπρώχνει τὴ βάρκα σιωπηλά.

Γρήγορα θὰ φτάσω! Θὰ καθήσω

γιὰ τὴ διαδρομή… καὶ θὰ ρωτήσω

κάθ’ ἀνάερη σκιὰ ἀπ’ τῶν ζωντανῶν τὴ χῶρα,

ὅταν θὰ φτάνῃ ἀλαφροπάτητη στῶν νεκρῶν τὸν ποταμό…

Θὰ τὶς ρωτήσω μία-μία πῶς ὁ Κατιλίνας

τὰ καταφέρνει τώρ’ ἀπάνω στὴ Γῆ,..

θὰ τὶς ρωτήσω ἂν κράτησε τὸν ὅρκο…

Μὲ φῶς γαλανὸ ἀπὸ θειάφι θὰ φωτίσω

καθένα φάσμα στὰ γυάλινα, τὰ σκοτεινά τὰ μάτια

νὰ σιγουρευτῶ μὴ κ’ εἶν’ τοῦ Κ α τ ι λ ί ν α!

Κι ὅταν θὰ κατεβῇ, θὰ τὸν ἀκολουθήσω..-

μαζί θὰ ταξιδέψουμε ὕστερα

γιὰ τὴ σιωπηλή τὴν αἴθουσα τοῦ Πλούτωνα.

᾽Εγώ σ κ ι ά, θὰ πάρω ἄλλη σ κ ι ὰ ἀποπίσω…

῞Οπου ὁ Κατιλίνας, κεῖ κ’ ἡ Φούρια!

(Παύση. Κάπως μὲ δυσκολία:)

῾Η ἀτμόσφαιρα γίνετ’ ἀποπνιχτική -ζαλίζομαι…

Κάθ’ ἀνάσα, ὅλο καὶ πιὸ δύσκολη…

Κατεβαίνω στὸ μαῦρο βάλτο

ἀπ’ ὅπου ρέουνε οἱ ποταμοὶ τοῦ Κάτω Κόσμου!..

τάφος-ρωμαϊκός-διοκλητιανούπολη-διορθώσεις

[Ρωμαϊκὸς τάφος στὴ Διοκλητιανούπολη τῆς Βουλγαρίας.]

Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος, «Πρὸς ἑαυτούς»

προς-εαυτούς-θεοδόσης-παπαδημητρόπουλος-διορθώσεις

    Μᾶς ρώτησε κάποτε: «Ποιός πιστεύετε πὼς εἶμαι πραγματικά;» Ἀρχίσαμε νὰ λέμε ὁ καθένας μας μὲ τὴ σειρά..- τόσες μποῦρδες μαζεμένες δέν ἔχω ματακούσει! Τώρα ποὺ τὸ σκέφτομαι, μοῦ κάνει ἐντύπωση πὼς δέ σκάσαμε στὰ γέλια. Ἀφότου μίλησε κι ὁ τελευταῖος, μᾶς κοίταξε καλά-καλά, ξέχωρα τὸν καθένα, κ’ εἶπε: «Ἀκόμα, δέν ἔχετε καταλάβει…» «Πές μας!», τοῦ φωνάξαμε. «Πές μας ἐσύ, ποιός εἶσαι τάχα!» Τότε, μᾶς ἔδειξε σιωπηλὰ ἕναν-ἕναν. Γίναμε μεμιᾶς στῆλες ἅλατος… Ὅταν ἔφτασε σὲ μένα, κοπήκανε τὰ ἤπατά μου: Σημάδευε ἴσια στὸ μέτωπο, ἀνάμεσα στὰ μάτια! Ἀπὸ μακριά, ἐκεῖνο τὸ δάχτυλο ἔδειχνε κ’ ἔκοβε σὰ  λ ε π ί δ ι.

    Τὸ καινούργιο θεατρικὸ ἔργο τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου.

Στοιχειοθεσία μὲ τὴ μηχανὴ XeLaTeX ἀπ’ τὸ Θεοδόση Παπαδημητρόπουλο.