Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος, «Μονάχα ἄγνοια...»

Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος:

Μονάχα ἄγνοια…

ἀπ’ τό: Πρὸς ἑαυτούς

[Τὸ ἔργο θὰ παρασταθῇ ἀπὸ 21 Ἀπριλίου

στὸ θέατρο ΜΠΙΠ (Ἁγίου Μελετίου 25 & Κυκλάδων),

Σάββατα στὶς 21:00, Κυριακὲς στὶς 19:30.]

ΕΜΠΟΡΟΣ: [] Καθὼς φτάσαμε στὸ νεκροταφεῖο…

ΑΓΡΟΤΗΣ (Διακόπτει τὸν ΕΜΠΟΡΟ): Ἄφαντος!..

ΕΜΠΟΡΟΣ: Πουθενά τὸ πτῶμα!

ΕΡΓΑΤΗΣ: Ὁ κόσμος… ἔχει τρελλαθῆ…

ΑΓΡΟΤΗΣ: Ναί… Εἶχε ἀνοίξει ἡ γῆς… κ’ ἡ κάσα, ἄδεια!

Παύση.

ΑΓΡΟΤΗΣ: Αὐτά συζητούσαμε, προτοῦ σ’ ἀνταμώσουμε.

ΕΜΠΟΡΟΣ: Τί νάγινε;.. Δὲ θὰ μάθῃ κ α ν ε ί ς. Σ’ ὁλάκερη τὴ ζωή του, κάθετί μᾶς παρουσιαζότανε ξεκάθαρα· ἀλλὰ στὸ θάνατο…

Παύση.

ΑΓΡΟΤΗΣ: …Μονάχα ἄ γ ν ο ι α…

μαλτσέβσκι-ανάσταση-διορθώσεις

[Γιάτσεκ Μαλτσέβσκι. Ἀνάσταση.]

Μανόλης Εὐκλ. Χρονάκης, «Τὸ βέλος τοῦ χρόνου πηγαίνει πρὸς τὰ πίσω»

Μανόλης Εὐκλ. Χρονάκης:

Τὸ βέλος τοῦ χρόνου πηγαίνει πρὸς τὰ πίσω

 

Ἀδύνατον νὰ φανταστῇς τί σημαίνει αὐτὴ ἡ ἀναμονὴ τοῦ τίποτα.

Ἀδύνατον. Ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ στὸ ἐξηγήσω…

Νορμπέρτο Μπόμπιο

Γερνῶντας, μτφ Α. Δρακοπούλου, ἐκδ. Πόλις, 1998, σελ. 47.

 

Πρωτοδημοσιεύθηκε στὴν ἐφημερίδα Πατρὶς Ἡρακλείου, στὶς 8 Φεβρουαρίου 2017.

    Ὅταν ἀκοῦς κάποιον νὰ σχολιάζῃ τὸ παρὸν λέγοντας, μὲ παράπονα καὶ γκρίνιες: Τί εἶναι αὐτὰ τὰ πράγματα ποὺ γίνονται;.. Μὰ εἶναι νεολαία αὐτή; καὶ νὰ συμπληρώνει: Στὴν ἐποχή μου, ἐμένα.., τότε γύρευε πὼς ἀρχίζει νὰ γερνάῃ! Εἶναι ἡ στιγμὴ τῆς ἐπιστροφῆς, τῆς δήλωσης ἀδυναμίας γιὰ τὴν παρακολούθηση καὶ τὴν ἀντιμετώπιση τοῦ μέλλοντος. Ὅλοι στρέφουν τὸ βλέμμα καὶ τρέχουν πρὸς τὸ μέλλον -ἐκεῖνος παγώνει τὴν πορεία πρὸς αὐτό, φεύγει καὶ ἐπισκέπτεται τὸν ἀναλλοίωτο πυρῆνα τῶν ἀναμνήσεων []. Ἡ ἐπιστροφὴ αὐτὴ γιὰ κεῖνον εἶναι νέα ἀρχή, γιὰ τοὺς ἄλλους πορεία ὀπισθοδρομική. Τὸ μέγα πλῆθος πορεύεται  μ π ρ ο σ τ ὰ  κ’ ἐκεῖνος ἐπιμένει πρὸς τὰ  π ί σ ω.

    Γιὰ τοὺς ἡλικιωμένους, ἡ ζωὴ εἶναι γλυκειά, ἀλλὰ εἶναι μιὰ ἄλλη ζωή: ζωὴ βυθισμένη στὸν ἀπέραντο, σκοτεινὸ ὠκεανὸ τῆς μνήμης. Τμήματά της ἀναδύονται, ἐπιστρέφουν, ἔρχονται, ἐπανέρχονται καὶ φτειάχνουν ἕνα ἀνολοκλήρωτο, πλὴν εὐκρινές, ψηφιδωτό. Οἱ νέοι δέν τὴν καταλαβαίνουν. Οἱ ἡλικιωμένοι ζοῦν μέσα στὴ διάσταση τοῦ παρελθόντος, τῆς ἀπραξίας, τῶν λαθῶν, τῶν ἐπιτυχιῶν, τῶν ἀπογοητεύσεων, τῆς δόξας, τῶν τιμῶν, τῶν ἀπορρίψεων, παρελθὸν ἡρωικὸ ἢ ἀνθηρωικό, μές ἀπ’ τὸ ὁποῖο προσπαθοῦν νὰ φτειάξουν διαφορετικὴ ταυτότητα, δική τους, ἐπιλέγοντας, συνήθως, ὡρισμένες εἰκόνες ἀπ’ αὐτὸ κι ἀπορρίπτοντας ἄλλες. Ὁ κόσμος, ὁ τόπος ὅπου ἀναζητοῦν τὴν ἱκανοποίηση ἢ τὴν ἀπογοήτευση εἶν’ ἡ συνείδησή τους.

   Ἡ μόνη τους δημιουργία: ὅ,τι προέρχεται ἀπ’ τὴν ἐπεξεργασία τοῦ παρελθόντος, τὸ μεῖγμα ὅλων τῶν ἱστοριῶν καὶ τῶν συναισθημάτων τους. Ἔχουν συνειδητοποιήσει ὅτι τὰ πάντα ἔχουν μιὰν ἀμφισημία. Κάθε νέο ἔχει μέσα του τὸ παλιὸ καὶ κάθε παλιὸ μπορεῖ νὰ πάρῃ τὴ μορφὴ καὶ τὴν οὐσία τοῦ νέου. Τὸ καλὸ καὶ τὸ κακὸ εἶν’ ἀξεδιάλυτα ἢ πᾶνε χέρι-χέρι. Μ’ αὐτὴ τὴν παραδοχὴ καὶ τὴ σοφία, ποὺ ἀποτελεῖ [] σπουδαία κατάκτησή τους, ἱκανοποιοῦνται καὶ βυθίζονται στὰ βαθύτερα σκοτάδια τῆς συνείδησης, φωτίζοντας, ἐπώδυνα ἢ ἀνώδυνα περιοχές της ἄγνωστες ὥς τώρα. Ξέρουν πὼς αὐτὸ ποὺ ἀποκαλοῦμε συνείδηση δὲν σταματάει νὰ δείχνῃ κάθε φορὰ ἕν’ ἄλλο πρόσωπο.

    Ὅ,τι τοὺς λείπει, ἐπειδὴ τὸ γεύτηκαν, εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ἀπολαμβάνουν οἱ νέοι: ἡ μὲ βουλιμία καταβρόχθιση τοῦ νέου, τοῦ καινούργιου, ἡ λαχτάρα κ’ ἡ ὁρμὴ νὰ ζήσουν πάθη, ἡδονές, ἀπόλαυση. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ φέρνει τοὺς ἡλικιωμένους πάνω ἀπ’ τοὺς γκρεμοὺς τῆς κατάθλιψης, τῆς ἀπογοήτευσης, τῆς ἀναμονῆς τοῦ τίποτα, εἶναι ὁ ἀπότομος ἀποκλεισμός τους, ἐκῶν-ἄκων, ἀπ’ τὶς κοινωνικὲς συναναστροφές. Αἰσθάνονται ἀποδιωγμένοι ἀπ’ τὸν ἱστὸ τῆς κοινωνίας, σύνδημιουργοὺς τῆς ὁποίας θεωροῦν τοὺς ἑαυτούς τους. Πῶς γίνεται νὰ τοὺς ἀγνοεῖ τὸ δημιούργημά τους;  Τ έ τ ο ι α  ἀγνωμοσύνη;!.

    Ἔχουν μεγάλη ἔγνοια ν’ ἀφήσουν τὰ ἴχνη τῆς ζωῆς τους στὸ μέλλον, γιατὶ νομίζουν πὼς δέν τελειώνει μὲ τὸ θάνατο κι ἂς μήν τὸ πολυπιστεύουν. Τὰ ἴχνη αὐτὰ ἐμπιστεύτηκαν στὰ παιδιά τους, ποὺ πιὰ οὔτε τὰ καταλαβαίνουν, οὔτε τὰ ἐξουσιάζουν. Τὴ ματαιότητα τῶν πάντων δέχονται -τὴ δική τους ἀρνοῦνται, γιατὶ τοὺς τρομάζει. Πείστηκαν πὼς ὅ,τι μοιάζει μόνιμο εἶν’ ἐφήμερο κι ὅ,τι ὄμορφο φθείρεται, ἀλλιῶς: χάνει τὴν ὀμορφιά του, κουράζει. Κι αὐτὸ τὸ λένε, καὶ  ε ἶ ν α ι,  σοφία!

   Ἡ ζωή τους μοιάζει μὲ τὴ ζωὴ τῶν ἄστρων. Ἔχει ἀρχίσει ἡ ἐπιστροφὴ στὴν ἀρχή -στὸν πυρῆνα. Σπαράγματα ζωῆς συνωθοῦνται στὸ μυαλό τους καὶ τοὺς ὁδηγοῦν ὁλοταχῶς πρὸς τὸν παρελθόντα ὁρίζοντα γεγονότων. Τοὺς μιλᾷς γιὰ τὸ νέο ποὺ ἔρχεται κ’ ἐκεῖνοι στρέφονται νοσταλγικὰ στὰ μίζερα παιδικά τους χρόνια. Ἐκεῖ εἶναι τὸ μέλλον καὶ ἡ ἐλπίδα τους.  Ἐ κ ε ῖ ἀναζητοῦν τὸ καινούργιο ἢ ὅπως ἀλλιῶς θὰ τὸ ὁρίσουν. Κουβαλᾶνε μέσα τους τὸ πρὶν καὶ τὸ μετά τὴ γέννηση. Βαρὺ φορτίο σὲ ἀδύναμους ὤμους, ποὺ ὅσο μακραίνει ἡ ζωὴ τόσο γίνεται ἀβάσταχτο κι ἄλλο τόσο γλυκὸ κ’ ἐπιθυμητό! Αὐτὴ ἡ παγωμένη νοσταλγία ἀντικαθιστᾷ κι ἀποκλείει τὴ φλόγα καὶ τὴ δυνατότητα μελλοντικῶν συγκινήσεων.

   Ὄνειρα δέν ὑπάρχουν! Ὁ κόσμος τους μέσα στὰ ὅρια τῶν τεσσάρων τοίχων τοῦ σπιτιοῦ τους, ὅπου ὅλα τὰ ἔπιπλα, ὅλα τὰ ἀντικείμενα ἁπλωμένα, ποτισμένα μὲ χαρὲς καὶ πόνους, κουβαλᾶνε ἤχους, ἀρώματα, μυρουδιές, εἰκόνες, ξεδιπλώνουν συζητήσεις, ψιθύρους, μαλώματα, καυγάδες κι ἀναζωπυρώνουν συναισθήματα ποὺ τοὺς ὁδηγοῦν σὲ σκοτεινὰ ἢ φωτεινὰ μονοπάτια τῆς περασμένης τους, <πιά>, ζω-ῆς. Ὅλ’ αὐτὰ τὰ παρουσιάζουν, τὰ προβάλλουν, τὰ ὑπερασπίζονται ὡς κατακτήσεις [], ἐνῷ οἱ νέοι, μὲ τὴ σειρά τους, τὰ θεωροῦν ἐμμονές, γεροντικὲς μελαγχολίες, μωρολογίες, ἄρνηση τοῦ παρόντος καὶ τοῦ μέλλοντος. Δὲν μποροῦν νὰ ἐλέγξουν τὴν πραγματικὴ ζωή, γιατὶ ξέρουν πὼς αὐτὸ εἶναι ζήτημα τῆς δύναμης, τοῦ νοῦ, τῆς λογικῆς, ποὺ πιὰ δὲν εἶναι ἀκμαία.

   Ὅλες οἱ αἰσθήσεις, μηχανισμοὶ σύνδεσης τοῦ ἔξω μὲ τὸ μέσα κόσμο τους, ἀκολουθοῦν τὸ βέλος τῆς φθορᾶς. Ἡ γεύση, λόγουχάρη, ὑπεύθυνη γιὰ τὴν ἀπόλαυση καὶ προστασία τους, ἐξασθενεῖ. Τοὺς προειδοποιεῖ καὶ τοὺς προετοιμάζει. Ἡ ὅραση, ἀδύναμη ἢ ἀποῦσα, τοὺς ὑποχρεώνει στὴν ἐνδοσκόπηση. Ἡ ἁφή, πρωταγωνίστρια στὴν ἡδονή, δέν τοὺς ἀναστατώνει πιά. Κ’ ἡ ἀκοή, ἀδύναμη κι αὐτή, περιορίζει ἢ ἀποκλείει νέα μηνύματα.

   Οἱ ἡλικιωμένοι ἀποκτοῦν, πρώτη φορὰ καθαρή, σχεδὸν σαφῆ, εἰκόνα τοῦ σώματός τους. Πρώτη φορά [], τὸ ἐπισκοποῦν, ὅπως ἕνα δέντρο, ἕνα σπίτι καὶ θεωροῦν φυσικὸ καὶ ὑποχρεωτικὸ ν’ ἀσχοληθοῦν μαζί του. Ἐντυπωσιάζονται κι ἀνησυχοῦν, γιατὶ διαπιστώνουν τὴ φθορά του, ὡσὰν νὰ μὴν τὴν περίμεναν ποτέ! Κ’ ἐπειδὴ ἡ φθορὰ ἔχει κι αὐτὴ τὸ βέλος της, ταυτόσημο μ’ ἐκεῖνο τοῦ χρόνου, ἀπεχθάνονται τὸ χρόνο, γιατὶ πιστεύουν πὼς εἶναι τὸ ἄλλο πρόσωπο τῆς φθορᾶς. Ἡ ἴδια ἡ αὔρα τοῦ θανάτου! Ἐκπλήσσονται κι ἀποροῦν, παραπονοῦνται, ἀντιστέκονται, γιατὶ καὶ πῶς… κι αὐτοὶ δέν ἦταν ἔτσι!

   Ὁ σφριγηλὸς ἔρωτας, ὅπως ἀπεικονίζεται στὶς ζωγραφιὲς κι ὅπως τὸν ἔζησαν, ἔχει πάρει τὴν ἐξωτερικὴ μορφή τους καὶ πιὰ δέν τὸν ἀναγνωρίζουν. Εἶναι ἕνας ἔρωτας στὰ χρόνια της χολέρας!.. Τὸ σῶμα τους, ἀλέτρι ξεχαρβαλωμένο -περιμένουν νὰ διαλυθῇ.

   Βρίσκουν ἄδεια τὰ γραμματοκιβώτια -ὀρθάνοιχτα, νὰ τοὺς κοροϊδεύουν. Δὲν στέλνουν γράμματα κι ἀπάντηση δὲν περιμένουν ἀπὸ πουθενά. Ἡ ὕπαρξή τους, βάρος γιὰ τὴ ζωὴ τῶν νέων, κι ὡστόσο νιώθουν χρήσιμοι κ’ ἐπιμένουν…

   Ὅλα τὰ κρίματα, οἱ ἀνανδρίες, οἱ ἀθλιότητες, οἱ ξεπεσμοί, οἱ προδοσίες γίνανε ζωὴ περασμένη, χωρὶς καμμιά, <πλέον>, ἐλπίδα γιὰ διόρθωση, <ἀνάταξη> ἢ ἀλλαγὴ κι ἀπόμεινε τὸ μέλλον, δηλαδὴ ἡ πλήρης κι ἀνέκκλητη ἀποδοχή <τοῦ παρελθόντος> τῆς ζωῆς τους. Εἶναι ἡ ὥρα τῆς μακρᾶς Κρίσης, ποὺ διαρκεῖ ὥς τὸ θάνατο.

   Ἄλλοι ἀπ’ αὐτοὺς μιλοῦν μὲ δίψα καὶ λαχτάρα γιὰ ζωὴ κι ἄλλοι γιὰ κορεσμό, παραίτηση. Οἱ πρῶτοι ξορκίζουν τὸ Θάνατο, τὸ [] μεγάλο ἀδελφό, ποὺ [] αἰσθάνονται πὼς κάθεται, τάχα ὑπάκουα, στ’ ἀδύναμα, δύσκαμπτα δυστροφικὰ ποδάρια τους, ὅπως ἐκεῖνο τὸ σκυλὶ στὴ Μελαγχολία τοῦ Ντύρερ (πασίγνωστο χαρακτικὸ τοῦ Ἄλμπρεχτ Ντύρερ, 1514 μ.Χ.). Κι [] ἄλλοι ἀφήνονται [] νὰ Τὸν συναντήσουν δυνατὸ καὶ ρωμαλέο.

   Νιώθουν πὼς ἔχουν πιαστῆ ἀπὸ ξερὰ κλαδιὰ τῆς ὄχθης ἑνὸς ποταμοῦ, ποὺ κυλάει ὁρμητικά. Παρακολουθοῦν φοβισμένοι, κουρασμένοι, ἀπογοητευμένοι καὶ δὲν ξέρουν ἂν αὐτὸ ποὺ βλέπουν νὰ περνάῃ μπρὸς ἀπ’ τὰ μάτια τους εἶναι παρελθόν, παρὸν ἢ μέλλον. Ποιά ἀλλαγὴ τοῦ Χρόνου νὰ καταλάβουν, ἀφοῦ ὁ πραγματικὸς ξετυλίγεται κι ἁπλώνεται ταχύτατα πολὺ μπροστὰ καὶ μακριά τους; Τὰ γεγονότα καὶ ἡ ζωὴ ἀλλάζουν, ὁ χρόνος ποτέ. Τὸ πρωὶ τῆς 1ης τοῦ Γενάρη ξέρουν πὼς θὰ εἶναι συνέχεια ἐκείνου τῆς 31ης τοῦ Δεκέμβρη. Τὸ ἴδιο ὑγρὸ καὶ παγωμένο, μὲ τὰ ἴδια προβλήματα νὰ τοὺς περιμένουν, τὰ ἴδια ἀδιέξοδα, τὶς ἴδιες καλημέρες, τὸν ἴδιο πόνο ποὺ καβαλλικεύει τὰ ὅρια ὅλων τῶν ἐτῶν. Μιὰ περιδίνηση τοῦ χρόνου ἀνακατεύει στὸ μυαλό τους παρελθόν, παρὸν καὶ μέλλον, παλιὸ καὶ νέο, καλὸ καὶ κακό, ἐλπίδα κι ἀπογοήτευση. Τὸ βέλος τοῦ (χρόνου) μπερδεύτηκε, δὲν ξέρουν πιὰ κατὰ ποῦ δείχνει. Τὸ γέλιο καὶ τὸ κλάμα ἐκδηλώνεται παράλογα, ἀδικαιολόγητα καὶ μοιάζει μ’ ἐκεῖνο τῶν παιδιῶν, τῶν τρελλῶν ἢ τῶν σοφῶν. Συστρέφονται πρός, καὶ περιστρέφονται γύρω ἀπ’ τὸ κέντρο τῆς ὕπαρξής τους, ὅπου δὲν ὑπάρχει παλιὸ καὶ νέο. Τὸ καινούργιο γι’ αὐτοὺς εἶναι ἡ διαπίστωση τῆς ἀνεπίστροφης πορείας τους πρὸς τὸ τέλος καὶ κανείς δὲν μπορεῖ νὰ τοὺς ἀπαλλάξει ἀπ’ αὐτό.

   Στὴν ἐποχή μας ἡ ἐξέλιξη τῆς Ἐπιστήμης καὶ τῆς Τεχνολογίας βοηθάει στὴ γρήγορη ἕως ἀπότομη καὶ φανερὰ διακριτὴ περιθωριοποίηση τῶν ἡλικιωμένων. Θεωροῦνται ἀγράμματοι καὶ κατὰ συνέπεια ἐξαρτημένοι ἀπ’ τοὺς νέους. Τὸ μέλλον, τὸ καινούργιο χρειάζεται φαντασία, γιὰ νὰ μπορέσῃς νὰ τὸ ἀντιμετωπίσῃς κ’ ἡ φαντασία τοὺς  λ ε ί π ε ι.  Τοὺς ἔχει μείνει μόνο ἡ πεῖρα, γιὰ νὰ τοὺς θυμίζῃ τὰ λάθη τους. Στὴν ἄμβλυνση τῆς σωματικῆς καὶ νοητικῆς ἱκανότητάς τους προστίθεται καὶ ἡ ἐξ αὐτῆς ἀδύνατη ἀξιοποίηση τῆς νέας τεχνολογίας, ποὺ διευκολύνει τὴ ζωή, κι ἀπογοητεύονται. Ἡ ἀπογοήτευση προέρχεται ἀπ’ τὴν ἀδυναμία σύνδεσης τοῦ δεδομένου παρελθόντος, ποὺ μπορεῖ νὰ γίνῃ παρόν, μὲ τὸ ζητούμενο μέλλον. Κ’ ἔτσι ἀποσύρονται στὴ μοναξιά τους, παρέα μὲ τὴν ἱκανώτατη, πλούσια μνήμη, τὴν ἐπώδυνα ἀποκτημένη πεῖρα καὶ τὴν καχεκτική τους φαντασία. Καταφεύγουν στὶς ἀναμνήσεις, μέσα στὶς ὁποῖες, ὅσοι δὲν φοβοῦνται, γυρεύουν τὸν ἑαυτό τους.

    Εἶχαν μιὰν ἐξουσία περιωρισμένη, ποὺ τώρα ἔγινε ἀναγκαστικὴ ὑποταγή. Ἀργὰ κατάλαβαν πὼς ἡ ζωὴ δὲν περιμένει τὴ δική τους ἀργὴ σκέψη γιὰ νὰ προχωρήσῃ. Τὰ τραῖνα περνοῦν συνεχῶς, κόσμος ἀνεβοκατεβαίνει κ’ οἱ ἴδιοι, ριζωμένοι σ’ ἕνα σταθμό, δὲν τολμοῦν νὰ πλησιάσουν στὴν πλατφόρμα.

ντύρερ-μελαγχολία-διορθώσεις

[Ἄλμπρεχτ Ντύρερ. Μελαγχολία Ι. 1514.]

Ἑρρῖκος Ἴψεν, «Οἰκοδομικὰ σχέδια»

Ἑρρῖκος Ἴψεν:

Οἰκοδομικὰ σχέδια

μτφ Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος

ἐπιμέλεια Κωνσταντῖνος Μ. Μάστρακας

 

[Πρωτοδημοσιεύτηκε στὴ Διέλευση, τεῦχος 8, σελ. 628, μτφ ἀπό: Henrik Ibsen,

Samlede værker, København, Gyldendalske Boghandels Forlag, 1899, τὀμ. IV, σελ. 230.]

 

Στὸ νοῦ μου φανερώνεται, σὰ σήμερα νάναι

τὸ βράδυ, ὅταν πρωτοδιάβασα γραφτό μου τυπωμένο:

Στὴν κάμαρα ἤμουνα καὶ μὲ μεγάλες τζοῦρες

καπνίζοντας ὠνειρευόμουν ἤρεμος κ’ εὐτυχισμένος…

 

Θὰ χτίσω στὸν οὐρανό παλάτι -σ’ ὅλο τὸ Βορρᾶ νὰ λάμψῃ.

Δυὸ πτέρυγες θενάχῃ: ἡ μιά τους, μικρή -μεγάλη, ἡ ἄλλη.

Ἡ μεγάλη θάναι τὸ σπιτικὸ ἑνὸς ἀθάνατου ποιητῆ·

ἡ μικρή, γωνιὰ καλὴ γιὰ κάποιο κοριτσόπουλο…

 

Νόμιζα πὼς ὅλα τους ἠταν σχεδιασμέν’ ἁρμονικά!

Κι ὅμως, πῶς καταντῆσαν νάναι τόσο διαφορετικά!

Σὰ λογικός γινηκε ὁ μάστορας, τὸ κάστρο μπάταρε:

ἡ πτέρυγα ἡ μεγάλη γίνηκε μικρή, καὶ ἡ μικρή, ἐρείπια…

νταλί-σουρρεαλιστική-έκθεση-διορθώσεις

[Σαλβαδὸρ Νταλί. Ὑπερρεαλιστικὴ ἔκθεση. 1932.]

Ἑρρῖκος Ἴψεν, «Θέσις ὑπουργική...»

Ἑρρῖκος Ἴψεν:

Θέσις ὑπουργική…

ἀπ’ τὴ Νόρμα ἢ ἑνὸς πολιτικοῦ τν ἀγάπη

μτφ-ὑπομνηματισμός:

Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος

ἐπιμέλεια:

Κωνσταντῖνος Μ. Μάστρακας

 

    Ἡ ἱστορία ἦτο διαβολική! Ποῖος γιγνώσκει;: Ἴσως κ’ ἐγώ νά… Ἆ, τέλος πάντων,.. ὁ μακρὸς κἀναρίθμητος χρόνος φύει τὴν θέσιν τὴν ὑπουργικήν…

ντωμιέ-φελίξ-μπάρτ-διορθώσεις

[Ὁνὸρ Ντωμιέ. Φελὶξ Μπάρτ (1796-1863), ὑπουργὸς δικαιοσύνης. 1833.]

Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος, «Ἡ Λερναῖα Ὕδρα κι ὁ ἥρωας»

Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος:

Ἡ Λερναῖα Ὕδρα κι ὁ ἥρωας

 

Στὰ πλήθη, ὅταν μαζεύωνται, ὁρμάει τὸ τέρας πάνω:

                  

Σιγὰ προβάλλει ἀριστερά, κεφάλια νὰ μετρήσῃ.

Ἀργὰ ξανάρχεται δεξιά, κορμιὰ γιὰ νὰ λογιάσῃ.

                  

Μένουν ἐκεῖν’ ἀκίνητα -προσμένουν τὸ χαμό τους…

 

Κοτᾶν’ νὰ τρέξουν νὰ σωθοῦν;.. Κοτᾶν’ νὰ μείνουν μόνα;..

 

Σκύβει τὸ τέρας πάνω τους, στὰ δυό νὰ τὰ μοιράσῃ.

 

Ἀφοῦ τελειώσῃ ὁ χωρισμός (δεξιά-ζερβά, στὰ ἴσα),

τὰ δυό ἁρπάζει μονομιᾶς καὶ τὰ φοράει δικά του!..

 

Καὶ τὰ μισά ἀπ’ τὴ μιά μεριά, παλεύουνε μὲ τ’ ἄλλα…

 

Ἂν ψάξῃς, ὅμως, κάτω τους, κοινός εἰν’ ὁ κορμός τους.

 

Ἂν κόψῃς μία κεφαλή, διπλῆ φυτρώνει ἀντίκρυ.

Ἂν κάψῃς τό ’να τὸ κλωνί, τ’ ἀντίπερα ἀντριεύει.

 

Ὁ ἥρωας το ἐννόησε -τὴν τακτική του ἀλλάζει:

Ἀφήνει τὸ τσεκούρι του, πετάει τὸ δαδί του·

βουτάει μέσα στὰ βαθειά καὶ μελετάει τὸ κτῆνος.

Οἱ ρίζες του ποντίζονται στὸ χάος τῶν αἰώνων

καὶ χρόνια ἀνιστόρητα ρουφοῦν καὶ φτύνουν αἷμα…

 

Κρανία σὲ πετρώματα κρενουνε τὴν ἀλήθεια:

Ἅμα ξεκάνῃς τὸν κορμό, θέ’ νὰ χαθοῦν τὰ πλήθη.

Ἅμα σκοτώσῃς τὸ θεριό, θὰ σβήσῃ ἡ Ἀνθρωπότης!..

 

Ἐκεῖνοι περιμένανε νὰ κόψω καὶ νὰ κάψω

καὶ μὲ τὸ δαδοτσέκουρο -νὰ μὲ βαφτίσουν ἅγιο!

Νίκη μου, λέει ὁ ἥρωας, ποὺ τὸ κεφάλι μου ἔχω

καὶ κυβερνῶ μου τὸ μυαλὸ καὶ μελετάω τὸ κτῆνος!

 

Διάφορο ’ναι κ’ εὐτύχημα, π’ ἀπὸ μακριά τοὺς βλέπω.

μορώ-ἥρωας-ὕδρα-διορθώσεις[Γουσταῦος Μορῶ. Ὕδρα κ’ Ἡρακλῆς. 1876.]