Κωνσταντῖνος Μ. Μάστρακας, «Ταξίδι στὴν Τρίπολη»

Δημήτρης Μαρουδάς, «Βαβέλ»

Βαγγέλης Βογιατζῆς, «Ποῦ εἶν’ ὁ παπᾶς;» - Ἀπὸ τή «Χαρτοπαίχτρα» τοῦ Γιάννη Δαλιανίδη

Βαγγέλης Βογιατζῆς:

Ποῦ εἶν’ ὁ παπᾶς;

 

    Τὸ σκηνικὸ γνώριμο στὴν ὁδὸ Ἀθηνᾶς, μεταξὺ Δημαρχείου κι Ἀγορᾶς τὰ πρωινά. Στὴν ἀρχὴ βλέπεις δυό-τρεῖς ἀνήσυχους τύπους νὰ κοντοστέκωνται στὴν ἄκρη τῆς πλατείας Κοτζιᾶ, κουβεντιάζοντας χαμηλόφωνα μεταξύ τους, ὥσπου ἕνας ξεκόβει κι ἀπὸ κάποια δυσδιάκριτη ἐσοχὴ ποὺ δὲ θὰ φανταζόσουν ποτέ πὼς μποροῦσε νὰ κρύβῃ ὁ,τιδήποτε, τραβᾶ ἕνα μεγάλο διπλωμένο χαρτόκουτο. Τὸ ἀνοίγει σβέλτα μὲ κλεφτὲς ματιὲς δεξιά-ἀριστερά, στήνει γρήγορα τὸ αὐτοσχέδιο τραπεζάκι στὸ πεζοδρόμιο πούναι τὰ μαγαζιὰ στὴ σειρά, κι ἀπάνω του πετᾶ τρία λιγδιασμένα τραπουλόχαρτα, ἀκουμπῶντας τὴν πλάτη του σὲ μιὰ φαρδειὰ κολῶνα, πρὸς τὴ μεριὰ τοῦ δρόμου γιὰ νάχῃ καλυμμένα τὰ νῶτα του κ’ οἱ δικοί του νὰ παρακολουθοῦν τὴν κίνηση πίσω του.

    Ὅλα δείχνουν ἐντάξει κ’ ἡ «μηχανή» μπαίνει μπροστά. Οἱ τσιλιαδόροι ἔχουν τὸ νοῦ τους ζυγιάζοντας τοὺς περαστικοὺς ἀπ’ τὶς φάτσες, μπᾶς καὶ χρειαστῇ νὰ σφυρίξουν, ἂν κάτι πάῃ στραβὰ κ’ οἱ ἀβανταδόροι πλησιάζουν, τάχα δύσπιστοι κ’ ἐπιφυλακτικοί, ποντάροντας ἐπιδεικτικὰ μὲ τὰ χρήματα τοῦ κοινοῦ ταμείου τῆς σπείρας. Κι ὅσο ἡ ὥρα περνᾷ οἱ χειρονομίες ζωηρεύουν κ’ οἱ φωνὲς δυναμώνουν, ὥστε νὰ δημιουργηθῇ στοὺς περαστικοὺς ἡ αἴσθηση ὅτι κάτι πολύ σημαντικὸ κ’ ἐνδιαφέρον συμβαίνει σὲ τούτη τὴ γωνιά, ποὺ δέν πρέπει νὰ χάσουν.

    «Τίμιο παιγνίδι, κύριος!.. Ἐμεῖς ἐδῶ δέν κοροϊδεύουμε. Λίγα βάζετε – λίγα παίρνετε. Πολλὰ ρίχνετε – πολλὰ κερδίζετε. Ἂν ἔχετε τὰ κότσια, κοπιάστε, νὰ δοκιμάσετε, ὁ τολμῶν νικᾷ, παλληκάρι»!

    Κάποιοι, λίγοι, σπαρταρῶντας, πιασμένοι στ’ ἀγκίστρι τῆς πρόκλησης ἀνταποκρίνονται καὶ ζυγώνουν. Γλυκαίνονται μὲ μικροκέρδη στὸ ξεκίνημα μά, μετὰ τὴν πρώτη, ἄντε δεύτερη παρτίδα, ὁ «παπᾶς» γίνεται ἄφαντος, τὰ φίδια τοὺς ζώνουν καὶ στὸ τέλος φεύγουν πάντα σκυθρωποί, πανὶ μὲ πανί, μουρμουρίζοντας καὶ μουντζώνοντας τὰ μοῦτρα τους, ποὺ ἀφέθηκαν τόσο ἀπερίσκεπτα στοὺς ἀγῦρτες.

    Ὅταν τὰ τζιμάνια νιώσουν τὴν ἀτμόσφαιρα νὰ βαραίνῃ ἀπ’ τὴν καχυποψία τριγύρω, σκορπίζουν σὰν τὸν «κλέφτη», τὸ χνουδωτὸ λουλουδάκι ποὺ φυσούσαμε παιδιὰ καὶ διαλύονταν στὸν ἄνεμο. Θὰ ξανασμίξουν σ’ ἄλλο πόστο, σ’ ἄλλη γειτονιά, μὲ καινούργιο «κοινό», φρέσκο κι ἀνυποψίαστο. Ἄλλη μιὰ μέρα τὰ κατάφεραν καὶ τὴν ἔβγαλαν καθαρή, δίχως νὰ τοὺς πάρῃ χαμπάρι κανείς, ἢ τουλάχιστον ἔτσι νομίζουν.

    Αἰσθάνονται κυρίαρχοι, τὸ Κέντρο εἶναι δικό τους θαρροῦν, σκοτεινὸς βράχος στὸ βυθὸ καὶ φίλος καρδιακός, πού, ὅταν χρειαστῇ, θὰ τοὺς ξαναπεριμαζέψῃ λαχανιασμένους στὰ θολάμια του. Ἡ πόλη ὅμως ἀνασαίνει ἀδιάφορη, στοὺς δικούς της ρυθμούς, πνίγοντας στὴ βουή της τὸ θράσος καὶ τὴν καπατσοσύνη τῶν ἀετονύχηδων. Ἡ ζωὴ ἀδιάκοπα κυλᾷ.

    Τὸ λεωφορεῖο, ἐπιτέλους, ἔφτασε κι ἀνεβαίνοντας ἀναρωτιόμουν ποῦ διάολο τόχα ξαναδεῖ ὅλο αὐτό;.. Κι ὄχι μιὰ καὶ δυό, ἀλλὰ πολλὲς φορές!

    Μά, φυσικά! Πῶς δέν τὸ σκέφτηκα ἀμέσως;.. Κάπως ἔτσι δὲν καμώνονται στὰ σοβαρά, συλλογιζόμουν, κάποιες παρέες «σοφῶν», καλοβαλμένων μπλοφαδόρων ὑπεράνω πάσης ὑποψίας, πῶς γράφουν Ἱστορία;

    Ἄλλοτε ἀκκιζόμενοι πὼς ὑπῆρξαν καταλύτες κι ἐπιταχυντές της κι ἄλλοτε πὼς τὴν προδιέγραψαν, τάχα, καὶ κατόπιν τὴν σφράγισαν θριαμβευτικά, μόνοι αὐτοί, διεκδικώντας κάλπικα πρωτεῖα. Ἐκείνη, βέβαια, δέν τὸ ξέρει, δέν τ ο ὺ ς ξέρει κι οὔτε δεκάρα τσακιστὴ δίνει γιὰ τὰ κόλπα τους, ἀλλὰ τί σημασία ἔχει;.. Ἡ εὐπιστία κ’ ἡ ἀφέλεια στὸν κόσμο εἶν’ ἀνεξάντλητες ὅμως καὶ θὰ ποτίζουν τὴ ματαιοδοξία τους. Κι αὐτὸ εἶναι ποὺ μετράει.

Γιῶργος Παναγουλόπουλος, «Τὸ ἀκορντεόν» - Βόλφγκανγκ Ἀμαντέους Μότσαρτ, «Ροντὸ ἀλὰ Τοῦρκα»

Γιῶργος Παναγουλόπουλος:

Τὸ ἀκορντεόν

 

[] Τὸ ἀκορντεὸν εἶναι κραυγὴ χωρὶς πατρίδα

κάτι ρεφραὶν ποὺ δὲ φαντάστηκε

ποτὲ ὁ συνθέτης

ὅτι θὰ γίνουν τόση μοναξιὰ

καὶ βρέχει [].

[Κεριὰ θυέλλης, Ἀθ. 1999]

Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος, «Παιδάκι μές στὸ Χρόνο...»

Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος:

Παιδάκι μές στὸ Χρόνο…

 

Παιδάκι μές στὸ Χρόνο,

ἐσύ θὰ δῇς τὸ δρόμο,

τὸ τρίστρατο ἐκεῖνο

γιὰ τὴ γλυκειά Κακία

καὶ γιὰ τὴν Ἀρετή.

 

Γιά δές τον τὸν Τυφλό:

Γαζώνει ὅλο τὸν κόσμο.

Κι ἁρπάζει ὁ Χάρος

ἀπ’ τὸ νεκρό πουκάμισο

γιὰ ὀβολοὺς κουμπιά.

 

Ἂν ἤσουν κάνας πονηρός,

καί, θέ μου!, πρέπει νάσουν,

σὰ δέ χτυπήθηκες κ’ ἐσὺ

ἀπὸ τὴ σιδερένια ἀστραπὴ

ποὺ σκάλισε τὸ διπλανό,

 

τὰ μάτια νὰ σφαλίσῃς,

νὰ σκύψῃς τὸ κεφάλι,

ὁ Θάνατος νὰ μή σὲ βρῇ

ἔτσι π’ ὁρμάει ἄπληστα

σὰν ἔστριψε στὸν τοῖχο.

[ Ἐμπνευσμένο ἀπ’ τοὺς στίχους τοῦ τραγουδιοῦ: Child in time τῶν Deep Purple (Deep Purple in Rock, 1970). ]